Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η κυβέρνηση προωθεί μέσω του πολυνομοσχεδίου νέα φορολογικά κίνητρα για να προσελκύσει στην Αθήνα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και υψηλόβαθμα στελέχη του χρηματοοικονομικού τομέα, κυρίως από hedge funds, private equity και άλλους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων. Το σχέδιο προβλέπει σαφές φορολογικό πλαίσιο ώστε η εγκατάσταση γραφείων ή στελεχών στην Ελλάδα να μη συνεπάγεται αυτόματα μεταφορά φορολογικής έδρας, ενώ για τα bonus των στελεχών θεσπίζεται ειδικός συντελεστής 5%, με αυστηρά κριτήρια και χρονικό όριο επτά ετών, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η πραγματική επενδυτική δραστηριότητα και η δημιουργία θέσεων εργασίας.

Πιο αναλυτικά

Μια νέα προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδυτικών κεφαλαίων και υψηλόβαθμων στελεχών του χρηματοοικονομικού τομέα από το εξωτερικό δρομολογεί η κυβέρνηση μέσω του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή. Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη κυβερνητική στρατηγική που επιδιώκει να καταστήσει την Αθήνα ελκυστικό προορισμό για διεθνείς εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανταγωνίζονται έντονα για την προσέλκυση επενδύσεων, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.

Το νέο τοπίο που θα διαμορφωθεί απευθύνεται κυρίως σε επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται στη διαχείριση εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων, όπως hedge funds, private equity funds και οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων. Πρόκειται για κλάδο που διαχειρίζεται τεράστια κεφάλαια διεθνώς και ο οποίος τα τελευταία χρόνια αναζητά νέες έδρες και νέες αγορές, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι φορολογικές αλλαγές και οι ανακατατάξεις στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον επηρεάζουν τις αποφάσεις των επενδυτών.

Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει μέρος αυτής της δραστηριότητας, αξιοποιώντας τόσο τη γεωγραφική της θέση όσο και τη βελτιωμένη εικόνα που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια η οικονομία μας.

Η στόχευση δεν περιορίζεται μόνο σε παραδοσιακά χρηματοοικονομικά κέντρα όπως το Σίτι του Λονδίνου, αλλά επεκτείνεται και σε αγορές της Μέσης Ανατολής και της Ασίας, από τις οποίες επίσης προέρχονται σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια – ενίοτε και σημαντικότερα. Κυβερνητικά στελέχη θεωρούν ότι οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής έχουν δημιουργήσει νέα δεδομένα και αυξημένη κινητικότητα κεφαλαίων, γεγονός που ενδέχεται να λειτουργήσει υπέρ της ελληνικής προσπάθειας.

Κεντρικό στοιχείο της νομοθετικής παρέμβασης είναι η παροχή φορολογικής βεβαιότητας προς τους επενδυτές και τις εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων που θα επιλέξουν να εγκαταστήσουν δραστηριότητες στην Ελλάδα. Τα άρθρα 95, 96 και 97 του πολυνομοσχεδίου (υπό τον τίτλο: « Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, ρυθμίσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών, συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου, ρυθμίσεις για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων και βελτίωση του πλαισίου για τα παίγνια, ρυθμίσεις για την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις») επιχειρούν να ξεκαθαρίσουν το καθεστώς που θα ισχύει για τους ξένους επενδυτικούς οργανισμούς, προκειμένου να μην υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με τη φορολογική τους μεταχείριση.

Στην πράξη, προβλέπεται ότι ένας επενδυτικός οργανισμός που έχει την έδρα του στο εξωτερικό δεν θα θεωρείται ότι μεταφέρει αυτομάτως τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα επειδή ορισμένα στελέχη του εγκαθίστανται στην Αθήνα ή επειδή δημιουργείται ένα τοπικό γραφείο που παρέχει υπηρεσίες υποστήριξης. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η ύπαρξη τέτοιων δομών δεν συνεπάγεται από μόνη της τη δημιουργία μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες φορολογικές υποχρεώσεις για τους επενδυτές.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που εξετάζουν οι διεθνείς επενδυτικοί όμιλοι πριν αποφασίσουν να μεταφέρουν προσωπικό ή δραστηριότητες σε μια νέα χώρα. Η αποφυγή κινδύνων διπλής φορολόγησης και η ύπαρξη σαφών κανόνων λειτουργίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την εγκατάσταση τέτοιων επιχειρήσεων.

Παρά τις διευκολύνσεις που προβλέπονται, το υπουργείο Οικονομικών ξεκαθαρίζει πάντως ότι δεν πρόκειται για καθεστώς φορολογικής ασυλίας ούτε για γενικευμένες απαλλαγές. Η οικονομική δραστηριότητα που θα αναπτύσσεται στην Ελλάδα θα φορολογείται κανονικά, όπως συμβαίνει με κάθε άλλη επιχείρηση που λειτουργεί στη χώρα. Τα γραφεία παροχής υπηρεσιών που θα δημιουργούνται για την εξυπηρέτηση συνδεδεμένων εταιρειών του εξωτερικού θα καταβάλλουν τον προβλεπόμενο εταιρικό φόρο, ενώ θα αποδίδονται κανονικά ο ΦΠΑ και όλες οι υπόλοιπες φορολογικές επιβαρύνσεις που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία.

Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που θα απασχολούνται στις συγκεκριμένες εταιρικές δομές θα φορολογούνται κανονικά για τα εισοδήματά τους και θα καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές. Τα στελέχη και το προσωπικό θα υπάγονται πλήρως στο ελληνικό εργατικό και ασφαλιστικό πλαίσιο, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό.

Σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, το πραγματικό όφελος από την εγκατάσταση εταιρειών διαχείρισης κεφαλαίων δεν περιορίζεται στους άμεσους φόρους που θα εισπράξει το Δημόσιο. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι γύρω από τη δραστηριότητα των funds αναπτύσσεται ένα ολόκληρο δίκτυο επαγγελματικών υπηρεσιών, το οποίο μπορεί να δημιουργήσει σημαντική οικονομική δραστηριότητα. Νομικές εταιρείες, φορολογικοί και χρηματοοικονομικοί σύμβουλοι, ελεγκτικές εταιρείες, τράπεζες, θεματοφύλακες κεφαλαίων, επιχειρήσεις τεχνολογίας και πάροχοι εξειδικευμένων υπηρεσιών αποτελούν κομμάτι αυτού του οικοσυστήματος που συνοδεύει συνήθως τη λειτουργία τέτοιων επενδυτικών σχημάτων.

Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση εκτιμά ότι η εγκατάσταση περισσότερων επενδυτικών οργανισμών στην Αθήνα θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και να ενισχύσει έναν κλάδο που προσφέρει συνήθως αμοιβές υψηλότερες από τον μέσο όρο της αγοράς. Παράλληλα, θεωρεί ότι η παρουσία τέτοιων επιχειρήσεων μπορεί να συμβάλει στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στη δημιουργία ενός πιο σύνθετου και ανταγωνιστικού οικονομικού περιβάλλοντος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως και το ειδικό φορολογικό κίνητρο που προβλέπεται για τα φυσικά πρόσωπα τα οποία θα επιλέξουν να μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα προκειμένου να εργαστούν στον συγκεκριμένο τομέα. Για τα στελέχη αυτά προβλέπεται ειδικός φορολογικός συντελεστής 5% στις πρόσθετες αμοιβές απόδοσης που λαμβάνουν, δηλαδή στα bonus που συνδέονται με την επίτευξη επενδυτικών στόχων ή την απόδοση των χαρτοφυλακίων που διαχειρίζονται. Διευκρινίζεται πως ο χαμηλός συντελεστής δεν αφορά τον βασικό μισθό των στελεχών, ο οποίος εξακολουθεί να φορολογείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις. Αφορά αποκλειστικά τις μεταβλητές αμοιβές και εντάσσεται στο ειδικό καθεστώς που προβλέπει ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος για τους εισερχόμενους εργαζόμενους.

Η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση, ωστόσο, παρέχεται χωρίς προϋποθέσεις. Το νομοσχέδιο θέτει συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα φορολογικά κίνητρα συνδέονται με πραγματική οικονομική δραστηριότητα και όχι με τυπικές μεταφορές έδρας ή προσωπικού. Έτσι, το ειδικό καθεστώς δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από επτά χρόνια, ενώ τα στελέχη θα πρέπει να απασχολούνται σε ελληνική εταιρεία ή σε υποκατάστημα που πραγματοποιεί ετήσιες λειτουργικές δαπάνες τουλάχιστον 3 εκατ. ευρώ.

Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει το φορολογικό όφελος με την πραγματική παρουσία των εταιρειών στην Ελλάδα, την πραγματοποίηση επενδύσεων και τη δημιουργία οικονομικής δραστηριότητας.