Τη σημασία της δημοσιονομικής συνέπειας για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της χώρας τόνισε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης. Όπως επισήμανε, η αξιοπιστία στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών δεν είναι μια απλή τυπική υποχρέωση, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο εθνικής ισχύος και στρατηγικό πόρο για το μέλλον. Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς. Και αποτελεί στρατηγικό πόρο».
Στη συζήτηση με τον Charles Lichfield του Atlantic Council στη Μπανγκόκ, ο πρόεδρος του Eurogroup ανέπτυξε τις θέσεις του στο περιθώριο της Ετήσιας Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η εκδήλωση επικεντρώθηκε στην ανάγκη να ενισχυθεί επειγόντως η παραγωγικότητα σε όλη την Ευρώπη.
Ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε τις πιέσεις που καταγράφονται στις αγορές ομολόγων, λέγοντας ότι «βρισκόμαστε εν μέσω μιας δύσκολης συγκυρίας, όπως αποτυπώνεται στις αγορές ομολόγων. Η εποχή του φθηνού και άφθονου κεφαλαίου βρίσκεται πίσω μας. Αυτή τη στιγμή, οι αγορές αποτιμούν τον κίνδυνο σε υψηλότερα επίπεδα. Γνωρίζουμε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα των αυξημένων πληθωριστικών προσδοκιών, των γεωπολιτικών προκλήσεων, των ενεργειακών πιέσεων, των σημείων συμφόρησης και των διεθνών εξελίξεων, καθώς και της αυξανόμενης ζήτησης για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, ταυτόχρονα, σε συνδυασμό με μια δυσκολότερη δημοσιονομική κατάσταση, ωθούν τις αποδόσεις των ομολόγων προς τα πάνω».
Ως αποτέλεσμα, όπως σημείωσε, «η μέση απόδοση δεκαετών ομολόγων στην Ευρώπη το 2016 ήταν 1,1% και σήμερα είναι 4%. Το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν 1,7%, ενώ σήμερα είναι 3,5%. Οι αγορές παρακολουθούν πολύ στενά τη δημοσιονομική πορεία των χωρών». Συμπλήρωσε, ωστόσο, ότι «όλοι πρέπει να έχουμε επίγνωση της ανάγκης να διατηρούμε τα δημόσια οικονομικά μας σε τάξη, γιατί η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πορείας των εθνικών κυβερνήσεων διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή και αξιολογείται από τις αγορές ομολόγων».
Απαντώντας σε ερώτηση για την Ελλάδα και τις αμυντικές δαπάνες, ο υπουργός ανέφερε ότι «είχαμε ήδη πολύ υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ μας. Έπρεπε, βεβαίως, να τις βελτιστοποιήσουμε, και το κάναμε. Έχουμε αρχίσει να πραγματοποιούμε ακόμη πιο στοχευμένες επενδύσεις, μεταξύ άλλων και σε αυτόν τον τομέα».
Επιπλέον, συνέχισε, «και στο πλαίσιο αυτό συμπεριλάβαμε επενδύσεις στην ενεργειακή ασφάλεια. Γιατί κατανοήσαμε ότι υπάρχει μια στρατηγική με την οποία μπορείς να στηρίξεις τους πολίτες εδώ και τώρα. Και αυτό κάνουμε. Και πρέπει να το κάνουμε. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που μας παρακολουθούν και χρειάζονται αυτή τη στήριξη λόγω των αυξημένων τιμών της ενέργειας. Και είμαστε μία από τις κυβερνήσεις που παρέχουν αυτή τη στήριξη».
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνομιλίας:
Ερώτηση: Το ΔΝΤ αναθεώρησε ελαφρώς ανοδικά τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη, προσφέροντας μια μικρή θετική ένδειξη, όμως η οικονομική μεγέθυνση στην ευρωζώνη εξακολουθεί να είναι αρκετά υποτονική. Πώς αξιολογείτε την πορεία της; Θα συζητήσουμε στη συνέχεια τις πολιτικές που προωθείτε, όπως η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, αλλά πρώτα θα ήθελα μια γενική αποτίμηση. Πώς ανταποκρίνεται η ευρωζώνη στις αλλεπάλληλες κρίσεις της εποχής μας και για ποιον λόγο η ανάπτυξη περιορίζεται μόλις στο 1%;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Η ανθεκτικότητα είναι, κατά τη γνώμη μου, η λέξη που βρίσκεται στο επίκεντρο της ερώτησής σας. Έχουμε κατορθώσει να δείξουμε αντοχή σε σειρά κρίσεων, ιδίως στις πιο πρόσφατες. Ωστόσο, από μόνη της η ανθεκτικότητα δεν συνιστά στρατηγική για την ανάπτυξη. Χρειάζεται να προχωρήσουμε περισσότερο, κάτι που μας φέρνει στο δεύτερο μέρος της ερώτησής σας, στο οποίο θα επανέλθουμε.
Οι αγορές ομολόγων αποτυπώνουν τη δύσκολη συγκυρία στην οποία βρισκόμαστε. Η περίοδος κατά την οποία το κεφάλαιο ήταν φθηνό και άφθονο έχει παρέλθει και σήμερα οι αγορές ενσωματώνουν υψηλότερο κίνδυνο στις αποτιμήσεις τους. Αυτό συνδέεται με τις αυξημένες πληθωριστικές προσδοκίες, τις γεωπολιτικές εντάσεις, τις πιέσεις στην ενέργεια, τα σημεία συμφόρησης και τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και με τη μεγαλύτερη ζήτηση για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Οι παράγοντες αυτοί δρουν ταυτόχρονα, μαζί με τη δυσκολότερη δημοσιονομική θέση, και ανεβάζουν τις αποδόσεις των ομολόγων. Είναι σαφώς μια πρόκληση, αλλά η Ευρώπη έχει, κατά την άποψή μου, σημαντικές ευκαιρίες μέσα σε αυτήν. Τις δημιουργούν μεταρρυθμίσεις για τις οποίες συζητούμε επί μακρόν, ακόμη και εδώ και δεκαετίες. Πλέον μπορούμε να περάσουμε στην εφαρμογή τους, σταδιακά και τη μία μετά την άλλη.
Την προηγούμενη εβδομάδα, στο ECOFIN του Λουξεμβούργου, συμφωνήσαμε ήδη για την εποπτεία στο πλαίσιο της ενοποίησης των αγορών. Το θέμα είχε τεθεί προς συζήτηση για περισσότερα από δέκα χρόνια, ενώ μέσα στους τελευταίους δέκα μήνες επιτεύχθηκε μεγαλύτερη πρόοδος απ’ όση είχε σημειωθεί σε ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία.
Ερώτηση: Θεωρείτε ότι οι κρίσεις έχουν κάνει πιο έντονη την αίσθηση του κατεπείγοντος και έχουν ωθήσει τους ανθρώπους να περάσουν στη δράση;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Οι κρίσεις στρέφουν την προσοχή στα σημαντικά. Όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες και γίνονται δυσκολότερες οι συζητήσεις και οι παράμετροι της διεθνούς πολιτικής, η ανάγκη να ενεργήσουμε προκύπτει αυτονόητα. Η διάγνωση έχει γίνει και παρουσιάστηκε στις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν ως προς τη βούληση να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις με ιδιαίτερα αυστηρά χρονοδιαγράμματα.
Αυτή είναι και η βασική γραμμή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την οποία έχουμε ήδη αρχίσει να εφαρμόζουμε. Μίλησα για τις κεφαλαιαγορές, αλλά ανάλογη δουλειά απαιτείται και στον τραπεζικό τομέα. Η ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος και, ευρύτερα, η ενίσχυση της Τραπεζικής Ένωσης βρίσκονται εδώ και πολύ καιρό στην ευρωπαϊκή ατζέντα.
Χρειάζεται να προχωρήσουμε και σε αυτό το πεδίο, και σύντομα. Ένα ακόμη μείζον ζήτημα είναι η ενέργεια. Κατά τη διάρκεια ενός πολύ δύσκολου χειμώνα οφείλουμε να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη, χωρίς να παραβλέπουμε τη δημοσιονομική αξιοπιστία και υπευθυνότητα. Είναι μια δύσκολη εξίσωση και καλούμαστε να κινηθούμε σε δύσκολα νερά. Ωστόσο, πρέπει να προχωρήσουμε και θα το κάνουμε.
Ερώτηση: Ας περάσουμε τώρα σε περισσότερες λεπτομέρειες, αρχίζοντας από την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων που ανέφερα νωρίτερα. Παρά την πρόοδο που έχει γίνει, πώς θα φανεί στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι κατευθύνουν τις σημαντικές αποταμιεύσεις τους στις δικές τους οικονομίες, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία; Ποια συγκεκριμένα σημάδια θα θέλατε να διακρίνετε τους επόμενους μήνες, ώστε να κρίνετε ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων περιλαμβάνει πολλούς τεχνικούς νομοθετικούς φακέλους. Η ολοκλήρωσή τους, όμως, μπορεί να φέρει ένα πολύ συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αυτό ακριβώς που μόλις περιγράψατε.
Σήμερα οι αποταμιεύσεις συγκεντρώνονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ευρώπη, χωρίς να μετατρέπονται σε επενδύσεις. Για να είμαι πιο ακριβής, επενδύσεις γίνονται και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στην Ευρώπη δεν κατευθύνονται κεφάλαια στον βαθμό που θα έπρεπε.
Κομβικό βήμα σε αυτή τη διαδικασία είναι, συνεπώς, η συμφωνία της περασμένης εβδομάδας για την εποπτεία των αγορών, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί. Το ζήτημα θα συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέσω των τριμερών διαπραγματεύσεων, με στόχο να κλείσει η διαδικασία μέσα στους επόμενους δύο μήνες. Εκτιμώ ότι θα έχει πολύ μεγάλη σημασία.
Χρειάζεται, πέρα από αυτό, να ενοποιηθούν περισσότερο οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Στο πεδίο αυτό περιλαμβάνονται τα χρηματιστήρια και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να μην περιορίζονται στην ίδρυσή τους στην Ευρώπη, αλλά να αναπτύσσονται και να αποκτούν μεγαλύτερη κλίμακα στην ήπειρο. Τα σχετικά συμπεράσματα είναι ορατά σε κάθε Ευρωπαίο πολίτη.
Πολλές επιχειρήσεις ξεκινούν στην Ευρώπη, αλλά σε κάποιο στάδιο της ανάπτυξής τους στρέφονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι πιθανό να χρειάζονται ενδιάμεση χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ, το λεγόμενο «mezzanine financing». Τα ζητήματα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν διαδοχικά, με σειρά μεταρρυθμίσεων.
Το σύνολο των μέτρων για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι κυρίως ευρωπαϊκής εμβέλειας, αλλά έχει και εθνική πλευρά. Προϋποθέτει, επίσης, να αλλάξει η νοοτροπία του μέσου Ευρωπαίου πολίτη και να προσαρμοστούν οι εθνικές πολιτικές που εφαρμόζουμε. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα από την Ελλάδα: από τις αρχές του επόμενου έτους, για κάθε παιδί που γεννιέται στη χώρα, το κράτος, δηλαδή η κυβέρνηση, θα καταθέτει ποσό ίσο με αυτό της οικογένειας στον συγκεκριμένο λογαριασμό, για εισφορές έως 1.200 ευρώ τον χρόνο. Ο λογαριασμός θα προορίζεται για επενδύσεις και όχι απλώς για αποταμίευση. Είναι, επομένως, ένα εθνικό πρόγραμμα ενταγμένο στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Παράλληλα με την ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση, απαιτούνται και αλλαγές σε εθνικό επίπεδο. Χρειάζεται διαφορετική νοοτροπία και διαφορετικός τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και χρησιμοποιούμε τις κεφαλαιαγορές. Το ζήτημα αφορά όλους τους Ευρωπαίους και συνδέεται ακόμη και με το σχολείο. Πριν αναλάβω το υπουργείο Οικονομικών, είχα διατελέσει υπουργός Παιδείας και επιχειρήσαμε να εισαγάγουμε προγράμματα χρηματοοικονομικού εγγραμματισμού. Βεβαίως, σε αυτόν τον τομέα πρέπει να κάνουμε περισσότερα. Εάν συντελεστεί συνολικά αυτή η αλλαγή, θα αλλάξουν οι αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης, με υψηλότερη ανάπτυξη, καλύτερους μισθούς και περισσότερες θέσεις εργασίας.
Ερώτηση: Ωραία. Θα ήθελα να σταθούμε περισσότερο στην Τραπεζική Ένωση και να δούμε τι απαιτείται. Όσοι μας παρακολουθούν εκτός Ευρώπης ίσως δεν γνωρίζουν ότι η τραπεζική άδεια που εκδίδεται σε ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπει την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ένωση.
Παρόλα αυτά, στην πράξη, μια ελληνική τράπεζα, για παράδειγμα, δυσκολεύεται να χορηγήσει στεγαστικό δάνειο στη Γαλλία. Το παράδειγμα είναι ακραίο και δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι αυτό πρέπει να επιδιώξουμε. Ποιες συγκεκριμένες αλλαγές, όμως, θέλετε να προωθήσετε για να προχωρήσει περαιτέρω η Τραπεζική Ένωση;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Ας ξεκινήσουμε με τα δεδομένα του προβλήματος. Μόνο το 16% της χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων έχει διασυνοριακό χαρακτήρα. Παράλληλα, περίπου 230 δισεκατομμύρια ευρώ σε υψηλής ποιότητας ρευστά στοιχεία ενεργητικού θα μπορούσαν να απελευθερωθούν, αν εξέλιπαν τα εμπόδια ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε και σε υψηλότερη ανάπτυξη.
Σε αυτό το σημείο η Ευρώπη βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, οι κεφαλαιαγορές καλύπτουν το 70% της χρηματοδότησης, ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο μερίδιο, επίσης 70%, προέρχεται από τις τράπεζες.
Επομένως, μετά την κρίση κρατικού χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, που άρχισε πριν από 16 χρόνια και είχε τότε την Ελλάδα στο επίκεντρο, μετασχηματίσαμε το τραπεζικό σύστημα. Αλλάξαμε τη λειτουργία των τραπεζών στην Ευρώπη, οι οποίες είναι σήμερα πολύ πιο ασφαλείς και διαθέτουν πολύ ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση. Παράλληλα, έχει εξελιχθεί σημαντικά και το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν.
Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνουν περισσότερα. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ας δούμε δύο πλευρές.
Πρώτον, από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μετά, έχουν περιοριστεί στην πραγματικότητα οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές τραπεζών.
Και δεύτερον, αρκεί να συγκρίνουμε τις τεχνολογικές επενδύσεις των τραπεζών, οι οποίες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον με υψηλές τεχνολογικές απαιτήσεις. Οι αμερικανικές τράπεζες δαπανούν για την τεχνολογία δυόμισι φορές περισσότερα από μια μέση ευρωπαϊκή τράπεζα. Στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, η επένδυση αυτή δεν είναι κάτι που μπορούν να παραμελήσουν.
Επομένως, χρειαζόμαστε συνθήκες που θα επιτρέπουν σε μεγαλύτερες τράπεζες να δανειοδοτούν περισσότερο τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για να φτάσουμε εκεί, πρέπει να εξαλειφθούν γρήγορα τα εμπόδια. Το θέμα θα περιληφθεί τόσο στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στις εργασίες μας στο Eurogroup, με στόχο να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα σύντομα.
Πρέπει να αρθούν τα εμπόδια και να προχωρήσει η απλούστευση. Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί με απορρύθμιση. Σημαίνει εποπτεία καλύτερης ποιότητας και αποτελεσματικότητας, μαζί με υψηλού επιπέδου κανόνες. Χρειάζονται επίσης, σε κάποιο βαθμό, κοινές ευρωπαϊκές δικλίδες ασφαλείας. Δεν εκφράζω εδώ θέση ως πρόεδρος του Eurogroup, καθώς στο πεδίο αυτό δεν υπάρχει κοινή γραμμή και καταγράφονται διαφορετικές απόψεις. Τοποθετούμαι από την εθνική σκοπιά.
Κατά την προσωπική μου άποψη, πρέπει να διαμορφώσουμε κοινές ευρωπαϊκές δικλίδες ασφαλείας, μεταξύ άλλων για τη ρευστότητα, την εξυγίανση τραπεζών και, ευρύτερα, τη διαχείριση κινδύνων. Αν καταργηθούν οι εθνικές δικλίδες ασφαλείας, πρέπει στο τέλος να αντικατασταθούν από ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Μπορούμε προφανώς να συζητήσουμε πώς θα επιμερίζονται οι κίνδυνοι και πώς θα λειτουργεί στην πράξη ο μηχανισμός.
Ερώτηση: Υπάρχει εδώ ένα δίλημμα αντίστοιχο με το «η κότα ή το αυγό», σωστά; Κάποιοι υποστηρίζουν ότι πρέπει πρώτα να εναρμονιστούν οι κανονισμοί και έπειτα να θεσπιστεί κοινή εγγύηση. Άλλοι προκρίνουν την εγκαθίδρυση κοινού συστήματος εγγυήσεων πρώτα, ώστε να ακολουθήσει η προσπάθεια εναρμόνισης του κανονιστικού πλαισίου από όλους.
Κυριάκος Πιερρακάκης: Θα συζητήσουμε τα τεχνικά ζητήματα, όμως όλοι γνωρίζουμε ποιος πρέπει να είναι ο τελικός προορισμός: μεγαλύτερες και ποιοτικότερες τράπεζες, ικανές να ανταγωνιστούν διεθνώς. Θα αναφερθώ στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στη συνέντευξη που παραχώρησε σε αυτό το τραπέζι η καλή μου φίλη Κριστίν Λαγκάρντ.
Σε μελέτη της, η ΕΚΤ εξέτασε τη διαφορά παραγωγικότητας μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Για τα τελευταία 30 χρόνια, η ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ ήταν 1,8%, έναντι 1,1% στην Ευρώπη. Το χάσμα, δηλαδή, ανέρχεται σε 0,7%. Μπορεί αρχικά να μοιάζει μικρό, αλλά η συσσώρευσή του επί τρεις δεκαετίες δημιουργεί σημαντική απόκλιση στην παραγωγικότητα.
Τι αναφέρει η ΕΚΤ σε πρόσφατη μελέτη της; Ότι μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Ευρώπη, οι λεγόμενοι ευρωπαϊκοί πρωταθλητές, θα μπορούσαν να καλύψουν το ένα τρίτο αυτού του χάσματος παραγωγικότητας. Κατά την άποψή μου, χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές και στον τραπεζικό κλάδο, αλλά και μικρότερες εξειδικευμένες περιφερειακές τράπεζες που θα εξυπηρετούν τις τοπικές κοινωνίες. Χρειάζεται να συνυπάρχουν και οι δύο τύποι, όπως συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γιατί να μην υιοθετήσουμε και στην Ευρώπη αυτό το μοντέλο; Θεωρώ ότι η μεταρρύθμιση είναι απολύτως εφικτή και, σε συνδυασμό με τις αλλαγές στις κεφαλαιαγορές, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ισχυρότερη ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Έχουμε, όπως είπα, αποδείξει ότι είμαστε ανθεκτικοί.
Το επόμενο βήμα είναι να αξιοποιήσουμε αυτή την ανθεκτικότητα, εξασφαλίζοντας καλύτερα αποτελέσματα για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες.
Ερώτηση: Μας περιγράψατε μόλις τον στόχο των ευρωπαϊκών πρωταθλητών. Ωστόσο, ορισμένες από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ήδη σημαντικό μέγεθος, δραστηριοποιούνται σε πολλές ηπείρους και διαθέτουν παγκόσμια παρουσία. Τι είναι εκείνο που τους λείπει; Δεν θεωρώ ότι το πρόβλημα αφορά αναγκαστικά το μέγεθος ή τα περιουσιακά στοιχεία που διαχειρίζονται. Τι σημαίνει, λοιπόν, μέγεθος σε αυτή τη συζήτηση;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Το μέγεθος αποτελεί μέρος του ζητήματος, αφού οι τράπεζες δεν επεκτείνουν τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους όσο θα μπορούσαν, εξαιτίας των εμποδίων που ήδη αναφέρατε. Επιπλέον, μια άμεση σύγκριση με αντίστοιχες τράπεζες των ΗΠΑ και της Κίνας δείχνει ότι το μέσο ευρωπαϊκό τραπεζικό μέγεθος είναι μικρότερο. Χρειαζόμαστε, επομένως, μεγαλύτερη κλίμακα, μεταξύ άλλων για να ενισχυθούν οι τεχνολογικές επενδύσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως.
Η τεχνολογία είναι ένα πεδίο όπου το μέγεθος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως άλλωστε ισχύει στην ουσία για κάθε κλάδο. Εδώ και αρκετό καιρό, ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατέχουν ηγετική θέση στον συγκεκριμένο τομέα. Η Ευρώπη διέθετε διαχρονικά τεχνολογικό πλεονέκτημα, μεταξύ άλλων στις υποδομές 5G: δύο κορυφαίες εταιρείες, μία στη Σουηδία και μία στη Φινλανδία, αποτελούν τους βασικούς ανταγωνιστές των κινεζικών επιχειρήσεων, χωρίς να υπάρχει αμερικανική εταιρεία με αντίστοιχα σημαντική παρουσία.
Θεωρώ πως θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει περισσότερα, ώστε να ενισχυθούν τόσο το μέγεθος αυτών των επιχειρήσεων όσο και η παγκόσμια παρουσία τους, αλλά και η θέση τους στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Για παράδειγμα, δεν έχουμε κοινή πολιτική για το φάσμα συχνοτήτων του 5G. Πρόσφατα παρουσίασα πρόταση για το πώς το ζήτημα θα μπορούσε να ενταχθεί στην ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (MFF).
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ευρωπαϊκό Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και τον προϋπολογισμό της ΕΕ· αφορά επίσης τη βιομηχανική πολιτική και τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Όταν μια επιχείρηση ή ένας κλάδος έχει διεθνές πλεονέκτημα και βρίσκεται στην τεχνολογική αιχμή, μπορούμε να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος γύρω του; Μπορούμε να στηρίξουμε την περαιτέρω ανάπτυξή του παγκοσμίως και να το βοηθήσουμε να ανταγωνιστεί διεθνώς; Αυτή είναι η δουλειά μας και πρέπει να την κάνουμε με μεγαλύτερη ένταση.
Ερώτηση: Σας ευχαριστώ που επεκτείνατε τη συζήτηση πέρα από το τραπεζικό σύστημα. Όλα αυτά, βέβαια, συνδέονται μεταξύ τους, ενώ η ανάγκη δημιουργίας ευρωπαϊκών πρωταθλητών αφορά κάθε κλάδο. Στο παρελθόν ορισμένα κράτη-μέλη ίσως ήταν πιο επιφυλακτικά απέναντι σε αυτή την ιδέα. Στο Παρίσι, πάντως, θα χαίρονται πάντα να σας ακούν να μιλάτε για ευρωπαϊκούς πρωταθλητές. Μπορώ, ωστόσο, να σκεφτώ άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που μέχρι πρόσφατα αντιμετώπιζαν την ιδέα με αρκετό σκεπτικισμό.
Έχω την αίσθηση ότι οι παγκόσμιες προκλήσεις οδηγούν πλέον σε κάποια σύγκλιση, καθώς ακόμη και πρωτεύουσες που ήταν πιο επιφυλακτικές αρχίζουν να συζητούν αυτά τα θέματα. Κατά την εκτίμησή μου, ίσως χρειαστεί παράλληλα να επανεξετάσουμε και κάποιες άλλες αρχές της ευρωπαϊκής πολιτικής, οι οποίες μέχρι σήμερα θεωρούνταν σχεδόν απαραβίαστες. Ενδέχεται να χρειαστούν αλλαγές τόσο στην πολιτική ανταγωνισμού όσο και στη βιομηχανική πολιτική.
Δεν ζητάτε, βεβαίως, επιδοτήσεις απλώς για να προστατευθούν επιχειρήσεις που δεν είναι βιώσιμες. Ποιες μεταβολές στην ευρωπαϊκή πολιτική πιστεύετε, λοιπόν, ότι είναι απαραίτητες για τη δημιουργία και την ενίσχυση ευρωπαϊκών πρωταθλητών;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Η πολιτική πρέπει να εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσέγγιση και δεν αφορά μόνο τον ανταγωνισμό. Έχει να κάνει με την επενδυτική νοοτροπία, αλλά και με τον τρόπο που διαμορφώνεται ένα οικοσύστημα γύρω από μια επιχείρηση. Πώς αναπτύσσουμε μια ευρωπαϊκή αντίληψη για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της τεχνολογίας; Κάθε αγορά και κάθε πεδίο πολιτικής έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες, ωστόσο όλα μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: την τεχνολογία.
Άρα, η τεχνολογία είναι οριζόντια πολιτική και οφείλουμε να καταλαβαίνουμε πώς λειτουργούν οι οικονομίες κλίμακας και πώς…
Ερώτηση: Υπάρχει και η παράμετρος των δημόσιων προμηθειών, σωστά;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Βεβαίως, υπάρχει και το σκέλος των δημόσιων προμηθειών. Η κύρια αλλαγή, όμως, που χρειάζεται να γίνει αφορά τη νοοτροπία.
Είμαστε εδώ στο ΔΝΤ, σωστά;
Ποιος θα φανταζόταν πριν από 15 χρόνια ότι πέντε από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είχαν πλεόνασμα στο συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο; Τέσσερις από αυτές τις χώρες είχαν βρεθεί σε προγράμματα διάσωσης του ΔΝΤ: η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ιρλανδία, μεταξύ άλλων.
Αυτή είναι μια μεταβολή που γνωρίσαμε στη χώρα μου, όπως και σε άλλες. Η νέα νοοτροπία πρέπει να γίνει αισθητή σε κάθε πτυχή του μηχανισμού χάραξης πολιτικής. Ο κόσμος μεταβάλλεται γρήγορα: αλλάζουν η ενέργεια, η γεωπολιτική και η τεχνολογία. Οι εξελίξεις παγκοσμίως αποκτούν περισσότερο από ποτέ εκθετικό χαρακτήρα. Παράλληλα, τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ομολόγων είναι υψηλά, με τις κυβερνήσεις να ανταγωνίζονται τις τεχνολογικές εταιρείες στην προσέλκυση κεφαλαίων.
Με την επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης να εξελίσσεται πλήρως, οι σημερινές συνθήκες φέρνουν στον νου τη γνωστή φράση του Τσώρτσιλ: «Τα δόγματα του ήρεμου παρελθόντος είναι ανεπαρκή για το θυελλώδες παρόν». Αυτό το αντιλαμβανόμαστε· το αντιλαμβάνονται και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη.
Έπειτα από πολύ καιρό κατά τον οποίο δοκιμάσαμε κάθε άλλη προσέγγιση, καταλαβαίνουμε πλέον πως οι τομείς, οι πολιτικές και οι νομοθετικοί φάκελοι πρέπει να προχωρήσουν συγχρόνως. Το δυσκολότερο ερώτημα θα ήταν να μου ζητήσετε να επιλέξω έναν και να τον θέσω σε προτεραιότητα. Δεν γίνεται· δεν πρέπει να γίνει. Χρειάζεται να προχωρήσουν όλα.
Ερώτηση: Δεν πρόκειται να σας ζητήσω να επιλέξετε μία προτεραιότητα. Θα ήθελα, όμως, να επανέλθω στη δημοσιονομική κατάσταση που αναφέρατε προηγουμένως. Η πορεία της χώρας σας, αλλά και της Ισπανίας, είναι πράγματι εντυπωσιακή: οι δύο χώρες έχουν πολύ καλές επιδόσεις σήμερα. Αν εξετάσει κανείς τις μεταρρυθμίσεις που έγιναν, μπορεί να διαπιστώσει πώς συνέβαλαν στα θετικά αυτά αποτελέσματα.
Ως πρόεδρος του Eurogroup έχετε τη δυνατότητα να καλείτε σε μεταρρυθμίσεις χώρες που πέρασαν λιγότερο σοβαρές δυσκολίες κατά την κρίση, αλλά αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα. Η Γαλλία, ιδίως σε σχέση με τον δανεισμό, και η Γερμανία, στο μέτωπο της ανάπτυξης. Ο Τύπος έχει διατυπώσει και κάπως κυνικά σχόλια για την αλλαγή των ρόλων, αφού πλέον η Ελλάδα είναι σε θέση να απευθύνει ανάλογες συστάσεις.
Πώς είναι, λοιπόν, να προεδρεύετε στο Eurogroup και να συστήνετε στη Γαλλία και τη Γερμανία να κάνουν τα δικά τους μαθήματα; Ποιο μήνυμα τούς μεταφέρετε κατ’ ιδίαν και ποιες μεταρρυθμίσεις θεωρείτε ότι χρειάζεται να υλοποιήσουν;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Αν υπάρχει κάτι που δεν μου αρέσει, όπως προκύπτει και από την εθνική μας εμπειρία, είναι να δίνεις μαθήματα και να υποδεικνύεις στους άλλους τι να κάνουν. Αυτό δεν αποδίδει στη χάραξη πολιτικής. Εκείνο που φέρνει αποτέλεσμα είναι η έμπνευση και η ανάληψη της ευθύνης των μεταρρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο.
Η αλλαγή πορείας της Ελλάδας ήρθε όταν αναλάβαμε οι ίδιοι την ευθύνη για τη μεταρρυθμιστική ατζέντα και όταν ολόκληρος ο πληθυσμός αντιλήφθηκε τα οφέλη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς. Το καταλαβαίνουμε και αποτελεί, στην ουσία, στρατηγικό πόρο.
Η σύγκριση της σημερινής κατάστασης στις αγορές ομολόγων με εκείνη του 2016 δείχνει πόσο έχει αλλάξει το περιβάλλον. Το 2016 η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων ήταν 1,1%, ενώ η σημερινή μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων στην Ευρώπη φτάνει το 4%. Άρα οι συνθήκες είναι διαφορετικές, ενώ ταυτόχρονα τα δημοσιονομικά περιθώρια είναι πιο πιεσμένα. Τότε το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν 1,7%, ενώ σήμερα είναι 3,5% — έχει δηλαδή υπερδιπλασιαστεί.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι αγορές εξετάζουν πολύ προσεκτικά τη δημοσιονομική πορεία των χωρών. Το γνωρίζουμε και το έχω και εγώ υπόψη μου. Δεν ανησυχώ, καθώς τα θεμελιώδη μεγέθη κάθε χώρας είναι πλέον διαφορετικά: έχει διαμορφωθεί νέο δημοσιονομικό πλαίσιο για την Ευρώπη, ενισχύθηκε η θεσμική ικανότητα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και οι τράπεζές μας είναι πολύ καλύτερα κεφαλαιοποιημένες σε σύγκριση με το παρελθόν. Η Ευρώπη δεν βρίσκεται πια στη θέση που βρισκόταν κάποτε.
Παρά ταύτα, όλοι χρειάζεται να έχουμε επίγνωση της ανάγκης να διατηρούμε τα δημόσια οικονομικά μας σε τάξη. Η αξιοπιστία της δημοσιονομικής πορείας των εθνικών κυβερνήσεων επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο την προσλαμβάνουν και την αξιολογούν οι αγορές ομολόγων.
Και, καθώς αναφερθήκατε στη Γαλλία, θέλω να πω ότι σέβομαι και εμπιστεύομαι τους Γάλλους συναδέλφους μου όταν δηλώνουν πως θα παραμείνουν στη δημοσιονομική πορεία που ακολουθούν σήμερα. Τους πιστεύω απόλυτα. Εμείς, ως Eurogroup, θα είμαστε δίπλα τους και θα τους στηρίξουμε σε κάθε στάδιο.
Ερώτηση: Αύριο θα φιλοξενήσουμε στο ίδιο τραπέζι τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών και προσβλέπουμε στη συζήτηση. Θέλω, ωστόσο, να επιμείνω λίγο ακόμη. Συμφωνώ μαζί σας ότι οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν ενισχυθεί ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν ορισμένους κινδύνους και αποκλίσεις και, ελπίζουμε, να διαχειριστούν όποια κρίση μπορεί να προκύψει.
Όταν επισημαίνετε ότι όλοι πρέπει να έχουν επίγνωση της κατάστασης, χρειάζεται να υπολογίζουμε όχι μόνο τους Γάλλους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και τη στάση του γαλλικού εκλογικού σώματος. Τι θα λέγατε για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους που δεν έχουν βιώσει μέχρι σήμερα κρίσεις ανάλογης έντασης; Είναι έτοιμοι να προσαρμοστούν στις συνέπειες;
Κοιτάζοντας τη Γαλλία, έχω την εντύπωση ότι οι πολίτες δεν νιώθουν πως πλησιάζει πραγματικά μια κρίση. Με άλλα λόγια, δεν φαίνεται να έχουν την ίδια στάση απέναντι στις μεταρρυθμίσεις που ίσως υπήρχε στην Ελλάδα.
Κυριάκος Πιερρακάκης: Δεν θα ήθελα να σχολιάσω την εσωτερική πολιτική κατάσταση ενός συγκεκριμένου κράτους-μέλους. Μπορώ να πω, όμως, ότι πιστεύω πως οι πολίτες αντιλαμβάνονται πόσο καθοριστική είναι η δημοσιονομική πορεία.
Όπως είπα νωρίτερα, η τάξη στα δημόσια οικονομικά αποτελεί πηγή στρατηγικής ισχύος. Δεν έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στη δημοσιονομική αξιοπιστία και στους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Χρειάζεται να αξιοποιήσουμε τις στρατηγικές δυνατότητες, ώστε να απελευθερώσουμε τις προοπτικές ανάπτυξης. Αυτό ακριβώς πρέπει να κάνει η Ευρώπη.
Ένα σκέλος της στρατηγικής αφορά τις εθνικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές διαφέρουν από χώρα σε χώρα και πρέπει να γίνουν σε εθνικό επίπεδο. Υπάρχει, επιπλέον, ένα σύνολο ευρωπαϊκών μεταρρυθμίσεων που μπορεί να ενισχύσει την ανάπτυξη, τόσο σε έκταση όσο και σε ποιότητα, για κάθε Ευρωπαίο πολίτη.
Όσο περισσότερο συμφωνούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ως προς τη διάγνωση των προβλημάτων, τόσο περισσότερες δυνατότητες θα μπορούμε να απελευθερώσουμε. Είμαι αισιόδοξος, θα έλεγα.
Ερώτηση: Σας ευχαριστώ για την αισιοδοξία σας. Είναι απαραίτητη.
Θέλω να σας ρωτήσω για τα βασικά πλεονεκτήματα της Ευρώπης. Σε σχέση με τη χώρα όπου ζω, τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρώπη είναι πιο προβλέψιμη και έχει επιδείξει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τουλάχιστον το τελευταίο διάστημα. Είναι θετικό αυτό, αν και ενδεχομένως δεν έχουν αξιοποιηθεί στο σύνολό τους οι ευκαιρίες που δημιουργεί.
Όταν έφτασε η λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» (Liberation Day) και οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν δασμούς, για ένα διάστημα κεφάλαια μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη, επειδή θεωρήθηκε πιο προβλέψιμη. Κάποιοι εκτίμησαν ότι θα μπορούσε να είναι η στιγμή για ένα μεγάλο βήμα, όπως η κοινή έκδοση χρέους ή η δημιουργία κοινού δημοσιονομικού εργαλείου. Ωστόσο, ορισμένες από αυτές τις πρωτοβουλίες δεν υλοποιήθηκαν.
Έχετε μιλήσει παλαιότερα για το κόστος της «μη Ευρώπης» και για το ότι η μεγαλύτερη προβλεψιμότητα καθιστά την Ευρώπη ελκυστικότερη. Θα ήθελα, όμως, να σας προκαλέσω ως προς το αν αξιοποιήσατε πραγματικά αυτή την ευκαιρία. Καταλαβαίνω γιατί είστε αισιόδοξος και συμφωνώ με ορισμένα πλεονεκτήματα που αναφέρατε. Αξιοποιούνται, όμως, στην πράξη πλήρως;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Όχι, δεν αξιοποιούμε στο έπακρο αυτές τις δυνατότητες. Μπορούμε να το κάνουμε, ναι. Έτσι θα το συνόψιζα.
Ας εξετάσουμε ξανά, για παράδειγμα, την ενοποίηση και την εποπτεία των αγορών, ένα πεδίο στο οποίο αναφέρθηκα προηγουμένως και όπου πετύχαμε απτό αποτέλεσμα, του οποίου η υλοποίηση έχει ήδη αρχίσει. Κατά τους τελευταίους δέκα μήνες καταγράψαμε μεγαλύτερη πρόοδο από όση είχε σημειωθεί στα προηγούμενα δέκα χρόνια. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία. Αν υλοποιήσουμε μεταρρυθμίσεις σε κάθε επιμέρους πεδίο της ατζέντας, οι δυνατότητες που θα ανοίξουν θα είναι σημαντικές.
Χρειάζεται να προχωρήσουμε στις κεφαλαιαγορές και στις τράπεζες, καθώς και στην ενέργεια, όπου απαιτείται μια ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Στην τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί μέρος της προσπάθειας: πρέπει να απελευθερώσουμε τις δυνατότητές της, όχι μόνο να τη ρυθμίσουμε, αλλά και να αξιοποιήσουμε τη μεγάλη συμβολή της στην αύξηση της παραγωγικότητας. Η άμυνα είναι επίσης ένας τομέας στον οποίο μπορούμε να συγκεντρώσουμε πόρους.
Πιστεύουμε ότι όλα αυτά πρέπει να προχωρήσουν ταυτόχρονα και να συγκλίνουμε παράλληλα στον τρόπο αντιμετώπισής τους. Αν το πετύχουμε, η Ευρώπη θα μπορέσει να απελευθερώσει πολύ σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες. Πιστεύω ακράδαντα ότι θα συμβεί.
Θα προσθέσω ότι υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ομοιότητα με όσα πέτυχε η Ελλάδα παλαιότερα. Όταν πολλές μεταρρυθμίσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα για μεγάλο διάστημα, μια αλλαγή νοοτροπίας μπορεί να καταστήσει την εφαρμογή τους αυτονόητη επιλογή. Θα το ονόμαζα, κατά κάποιον τρόπο, «το μέρισμα του αυτονόητου». Πρόκειται για κάτι που συνδέεται με τη νοοτροπία των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, αλλά και με την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να ανταποκρίνονται σε απρόβλεπτες προκλήσεις και σε όσα εκτυλίσσονται μπροστά τους, στην εκάστοτε «κρίση της στιγμής».
Στην Ευρώπη υπάρχουν πολλές μεταρρυθμίσεις με σημαντικές δυνατότητες, τις οποίες δεν προωθούσαμε επί μακρόν. Τώρα, όμως, αρχίζουμε να συγκλίνουμε ως προς τον τρόπο εφαρμογής τους. Η απάντηση δεν θα είναι ένα απλό «ναι» ή «όχι», ούτε θα χωρίζεται σε άσπρο και μαύρο. Το ζήτημα είναι πόση απόσταση μπορούμε να καλύψουμε και πόσο γρήγορα. Πιστεύω, πάντως, ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για να είμαστε αισιόδοξοι.
Ερώτηση: Θα ήθελα να περάσουμε στην ελληνική οικονομία και στην πορεία της. Το ελληνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας πλησιάζει στην ολοκλήρωσή του και η χρηματοδότηση από τους πόρους του σταδιακά περιορίζεται. Πώς σχεδιάζετε τη μετάβαση στην περίοδο κατά την οποία οι συγκεκριμένοι πόροι δεν θα εισρέουν πια;
Θα χρειαστεί να διατηρήσετε την εμπιστοσύνη του ιδιωτικού τομέα ότι οι επενδύσεις θα συνεχιστούν και να εξακολουθήσετε να κινητοποιείτε ιδιωτικά κεφάλαια. Πώς θα το πετύχετε;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Στον εθνικό προϋπολογισμό προβλέπουμε για το επόμενο έτος ανάπτυξη 2,3% και πρωτογενές πλεόνασμα που θα ξεπεράσει ξανά το 3%. Όπως είπα, είμαστε ανάμεσα στις χώρες με πλεόνασμα στο συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο και σχεδιάζουμε να συνεχίσουμε έτσι. Επιπλέον, το δημόσιο χρέος μας αυτή τη στιγμή αποκλιμακώνεται με τον ταχύτερο ρυθμό στον κόσμο.
Αυτό φανερώνει ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής τάξης συμβαδίζει με μια αναπτυξιακή στρατηγική. Μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων ανάκαμψης της μεταπανδημικής περιόδου, προβλέπουμε ανάπτυξη πάνω από 2% — διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην πράξη χρειάζονται δύο ενέργειες. Πρώτον, πρέπει να απορροφούμε όποια ευρωπαϊκή χρηματοδότηση είναι διαθέσιμη και να την εντάσσουμε στην εθνική μεταρρυθμιστική ατζέντα. Να την οικειοποιούμαστε, κατά κάποιον τρόπο. Έτσι αξιοποιήσαμε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ενέργεια και άλλους τομείς. Γι’ αυτό οι παρεμβάσεις αυτές θα έχουν μόνιμο αντίκτυπο.
Πέρα από αυτό, κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης είναι οι ιδιωτικές επενδύσεις. Όταν αναλάβαμε τη διακυβέρνηση και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός, οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 11% του ΑΕΠ. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 21% και εξακολουθεί να βρίσκεται λίγο πάνω από το 21%. Σήμερα η Ελλάδα πλησιάζει το 18%: παραμένει λίγο χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά θα τον ξεπεράσει. Αντίστοιχη αλλαγή υπάρχει στις εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όταν η ελληνική οικονομία μπήκε στην κρίση, οι εξαγωγές ανέρχονταν στο 20% του ΑΕΠ· σήμερα φτάνουν το 42%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 51%.
Ερώτηση: Οι εξαγωγές σας κατευθύνονται προς την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση ή και προς άλλες αγορές;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Όπου είναι δυνατόν, και προς τις δύο κατευθύνσεις: εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσπαθούμε, επίσης, να διαφοροποιήσουμε όσο περισσότερο γίνεται τις εμπορικές μας σχέσεις και να εντοπίσουμε νέες αγορές για τα προϊόντα μας.
Συνολικά, ρόλο έχει και η ευρωπαϊκή νοοτροπία. Είμαι υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας για λίγο λιγότερο από δύο χρόνια και σε αυτό το διάστημα είδαμε τη Euronext να εξαγοράζει το Χρηματιστήριο Αθηνών και τη UniCredit να γίνεται βασικός επενδυτής στην Alpha Bank. Η ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε μια ευρύτερη δεξαμενή ρευστότητας είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Παρατηρούμε και ναυτιλιακές εταιρείες, που δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αθηνών, να αρχίζουν τώρα να εισάγονται. Αυτό συνιστά ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και συνδέεται συγχρόνως με τη συμμετοχή μας σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή προοπτική και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Στην προηγούμενη ερώτηση είπατε πως αυτό λειτουργεί για το Παρίσι. Η απάντησή μου είναι ότι λειτουργεί και για την Αθήνα — και για κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα και κάθε κράτος-μέλος. Η συγκέντρωση πόρων, η απόκτηση μεγέθους και οικονομιών κλίμακας και η δυνατότητα διεθνούς ανταγωνισμού θα ωφελήσουν κάθε Ευρωπαίο πολίτη και κάθε χώρα. Δεν μένουμε μόνο στην υποστήριξη αυτής της προσέγγισης σε εθνικό επίπεδο: την εφαρμόζουμε, υλοποιώντας συγκεκριμένες πολιτικές και επιτυγχάνοντας συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Ερώτηση: Πώς αποδίδουν οι επενδύσεις που πραγματοποιήσατε με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αλλά και με άλλα κεφάλαια, ιδιωτικά, σε πεδία όπως το 5G και ο εκσυγχρονισμός των υποδομών; Συμβάλλουν στη διαφοροποίηση της ελληνικής οικονομίας πέρα από τον τουρισμό και τη ναυτιλία που αναφέρατε; Ποιοι κλάδοι έχουν ωφεληθεί από αυτές;
Έχω και δεύτερο ερώτημα, που αφορά τη γεωγραφική θέση της Ελλάδας κοντά σε περιοχές γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Σε λίγο θα συζητήσουμε τους διαδρόμους διασύνδεσης και άλλα συναφή θέματα. Πριν από αυτό, θα ήθελα να μάθω ποιοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας σάς έχουν εκπλήξει με τον γρήγορο ρυθμό ανάπτυξής τους.
Κυριάκος Πιερρακάκης: Η τεχνολογία είναι οπωσδήποτε ένας από αυτούς. Για τέσσερα χρόνια υπηρέτησα ως υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που πέρασαν στο 5G. Παράλληλα, πραγματοποιήσαμε πολύ μεγάλες επενδύσεις για τον συνολικό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, αξιοποιώντας και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δηλαδή τους ευρωπαϊκούς πόρους ανασυγκρότησης μετά την πανδημία.
Αυτή η προσπάθεια απέδωσε και στα δημόσια οικονομικά, καθώς μας βοήθησε να αντιμετωπίσουμε τη φοροδιαφυγή. Παλαιότερα, ένα βασικό γνώρισμα που συνδεόταν με την Ελλάδα ήταν η εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Πώς μειώσαμε το κενό ΦΠΑ; Αξιοποιήσαμε απλές τεχνολογίες και προσαρμόσαμε το θεσμικό πλαίσιο, ώστε να ανταποκρίνεται σε αυτές. Κατά τη γνώμη μου, εδώ υπάρχει ένα σημαντικό δίδαγμα.
Το δίδαγμα είναι ότι στον σχεδιασμό πολιτικών πρέπει να συμμετέχουν όχι μόνο οικονομολόγοι — βρίσκομαι στο ΔΝΤ, αλλά αυτό πρέπει να το πω — και νομικοί, αλλά και άνθρωποι που γνωρίζουν την τεχνολογία. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικές γίνονται πιο στοχευμένες και πιο εφαρμόσιμες στην καθημερινότητα των πολιτών. Αυτό είναι σίγουρα ένα μέρος της εξίσωσης.
Η ενέργεια, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, είναι επίσης μέρος της εξίσωσης. Για να χρησιμοποιήσω μια χαρακτηριστική φράση, η Ελλάδα είχε ανέκαθεν το «hardware»: τη γεωγραφική της θέση και τους ανθρώπους της. Αυτό που της έλειπε ήταν το «software». Δεν διέθετε τις σωστές πολιτικές και το κατάλληλο περιβάλλον ισότιμου ανταγωνισμού, ώστε να μπορούν οι επιχειρήσεις να επενδύουν. Μια πρόκληση που επιμένει διαχρονικά και μια συσσωρευμένη έλλειψη ανταπόκρισης μπορούν να αποτελέσουν την άλλη όψη μιας ευκαιρίας. Τώρα αξιοποιούμε την ευκαιρία και απελευθερώνουμε δυνατότητες.
Ο Κάθετος Διάδρομος είναι, για παράδειγμα, ένα πολύ σημαντικό έργο, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, τη Βουλγαρία και την Ουκρανία. Σημασία έχουν και όλα τα άλλα έργα που αξιοποιούν τη γεωπολιτική μας θέση. Η Ελλάδα μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ενέργεια και στην τεχνολογία, αλλά και σε πολλούς ακόμη κλάδους. Ακόμη και στους παραδοσιακούς τομείς υπάρχει σημαντικό περιθώριο να απελευθερωθούν δυνατότητες σε όλη την αλυσίδα αξίας.
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να αναπτύξουμε πιο σύνθετες επενδύσεις, με μεγαλύτερη συμβολή στην παραγωγικότητα αυτών των κλάδων; Προσπαθούμε να προχωρήσουμε σε πολλά πράγματα ταυτόχρονα.
Σήμερα η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όχι μόνο επειδή ξεκινά από σχετικά χαμηλή βάση, αλλά και επειδή υπάρχει στρατηγική πίσω από αυτή την πορεία. Στον πυρήνα της βρίσκονται η δημοσιονομική υπευθυνότητα και αξιοπιστία, καθώς και η αντίληψη ότι η χώρα έχει μεγάλες δυνατότητες. Μπορούμε να τις απελευθερώσουμε εφαρμόζοντας μεταρρυθμίσεις που στο παρελθόν φοβόμασταν να υλοποιήσουμε. Αν υπάρχει κάτι από την ελληνική εμπειρία που μπορεί να εμπνεύσει την Ευρώπη — και όχι να της παραδώσει μαθήματα — είναι ακριβώς αυτό.
Ερώτηση: Καταλαβαίνω. Αναφέρεστε, επομένως, στη γεωγραφική θέση της Ελλάδας. Σημαίνει όμως και εγγύτητα σε περιοχές γεωπολιτικής αβεβαιότητας, που έχουν δημιουργήσει προβλήματα τόσο στην Ευρώπη συνολικά όσο και στην Ελλάδα.
Ένα παράδειγμα είναι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Αναρωτιέμαι, όμως, εάν όσα συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο — το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η αβεβαιότητα πιο κοντά σας, στο Ισραήλ, στη Γάζα και στη Σαουδική Αραβία — οδηγούν σε συνεχείς μεταβολές στις στρατηγικές των διαδρόμων διασύνδεσης. Μπορεί να επενδύετε σε έναν διάδρομο και στη συνέχεια η επένδυση να σας εκθέτει σε δυσκολίες. Ίσως, μάλιστα, να επενδύετε υπερβολικά σε μια συγκεκριμένη διαδρομή και να εξαρτάστε υπέρμετρα από αυτήν.
Μιλάμε για ανθεκτικότητα από την αρχή της συνέντευξης. Η αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης προσφέρει πλεονεκτήματα, αλλά έχω την εντύπωση ότι ορισμένες χώρες — και σίγουρα κάποιοι γείτονές σας — ίσως στηρίχθηκαν υπερβολικά στον ρόλο τους ως κόμβων διασύνδεσης. Ξαφνικά, οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορεί να σημαίνουν ότι αυτό το μοντέλο δεν λειτουργεί πια. Ποιες δικλίδες ασφαλείας διαθέτετε απέναντι σε τέτοιους κινδύνους;
Κυριάκος Πιερρακάκης: Όσα περιγράφετε δεν αποτελούν λόγο για να μην ακολουθήσουμε τη συγκεκριμένη στρατηγική· αναδεικνύουν το πώς πρέπει να την εφαρμόσουμε. Πώς μπορούμε να την υλοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο;
Στην πραγματικότητα, ξέρετε ότι οφείλουμε να κάνουμε πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Ανήκουμε σε μια γενιά που, όταν πήγαινε σχολείο, δεν είχε τη γεωπολιτική στον ίδιο βαθμό μέσα στην εκπαίδευσή της. Κυρίως πιστεύαμε ότι θα αναδυόταν το εικονικό κράτος και ότι η τεχνολογία θα καθόριζε τη γενιά μας. Σήμερα βλέπουμε κάτι διαφορετικό.
Αυτό που βλέπουμε είναι τεχνολογία μαζί με γεωγραφία, τεχνολογία μαζί με γεωπολιτική, και γεωοικονομία σε συνδυασμό με καινοτομία. Δεν μπορούμε, επομένως, να αγνοήσουμε καμία από αυτές τις παραμέτρους.
Θα περιμέναμε ότι τα σημεία στρατηγικής συμφόρησης, όπως η Μέση Ανατολή και τα Στενά του Ορμούζ, θα επηρέαζαν τόσο τις τιμές ενέργειας που συναντούν οι πολίτες στην Αθήνα, στο Ελσίνκι ή στο Βερολίνο όταν γεμίζουν το ρεζερβουάρ τους; Δεν το περιμέναμε σε τέτοιο βαθμό. Ωστόσο, σε σύγκριση με το 2022, σήμερα είμαστε πιο ανθεκτικοί ως Ευρωπαίοι. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αρχίσαμε να επενδύουμε σημαντικά στην ενέργεια.
Απαιτούνται ακόμη περισσότερες επενδύσεις, καθώς η Ευρώπη είναι σήμερα καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Από την ενέργεια που καταναλώνουμε, εισάγουμε το 57%.
Αν προχωρήσουμε σε περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα, στις διασυνδέσεις και στην αποθήκευση ενέργειας, θα μπορέσουμε να πετύχουμε μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία σε αυτόν τον τομέα.
Ερώτηση: Και τι γίνεται με το υψηλό κόστος δανεισμού; Θα κάνει τα πράγματα δυσκολότερα…
Κυριάκος Πιερρακάκης: Θα είναι δύσκολο. Όπως ανέφερα προηγουμένως, προσπαθούμε ακριβώς να αντιμετωπίσουμε τέτοιες προκλήσεις. Από την άλλη, να έχετε υπόψη σας ότι, μέσα στο πολύ ισχυρό δημοσιονομικό πλαίσιο που έχουμε, προβλέψαμε ορισμένες δυνατότητες ευελιξίας, ώστε να διευκολυνθούν οι αμυντικές επενδύσεις που χρειαζόμασταν.
Η Ελλάδα δεν ήταν ανάμεσα στα κράτη-μέλη που χρειάζονταν επιπλέον επενδύσεις, αφού οι αμυντικές δαπάνες της ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν ήδη πολύ υψηλές. Έπρεπε, βέβαια, να τις βελτιστοποιήσουμε και το κάναμε. Έχουμε αρχίσει να υλοποιούμε ακόμη πιο στοχευμένες επενδύσεις, και σε αυτόν τον τομέα.
Σε αυτή την προσπάθεια εντάξαμε και την ενεργειακή ασφάλεια. Γιατί; Επειδή κατανοήσαμε πως υπάρχει μια στρατηγική που μας επιτρέπει να στηρίζουμε τους πολίτες άμεσα. Αυτό κάνουμε και πρέπει να συνεχίσουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που μας παρακολουθούν και χρειάζονται βοήθεια εξαιτίας των αυξημένων τιμών ενέργειας. Η κυβέρνησή μας είναι μεταξύ εκείνων που προσφέρουν αυτή τη στήριξη.
Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι οι επενδύσεις προσφέρουν την πιο βιώσιμη στήριξη. Ενδέχεται να έχουν μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και να απαιτούν περισσότερο χρόνο από μια επιδότηση που δίνεται «εδώ και τώρα», αλλά αποτελούν πολύ πιο βιώσιμη λύση για τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή μιας βιομηχανίας, καθώς και για την εξόφληση των λογαριασμών ενός νοικοκυριού.
Υπάρχουν πολλές παράμετροι που πρέπει να διαχειριστούμε και κάποιες συνοδεύονται από απαιτήσεις που συγκρούονται μεταξύ τους: από μια κρίση στις αγορές ενέργειας έως μια κρίση στις αγορές ομολόγων και ούτω καθεξής. Αυτή είναι η δουλειά μας και θα ανταποκριθούμε.
