Η Σεμίνα Διγενή αποχαιρέτησε την Μπέτυ Βαλάση, θυμίζοντας πως ο Τίτος Βανδής αποκαλούσε εκείνη και τη δημοσιογράφο «Οι γλωσσοκοπάνες», όταν τις άκουγε να συζητούν αδιάκοπα. Μαζί με αυτή την ιστορία, μοιράστηκε στιγμές από τις συναντήσεις τους, ενώ η ηθοποιός είχε συνδεθεί στη συνείδηση του κοινού με τη Λωξάντρα.

Μία από τις τελευταίες συναντήσεις שלהם, όπως θυμήθηκε η Σεμίνα Διγενή, έγινε στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη στο Χαλάνδρι. Στο τραπέζι είχαν σερβιριστεί σπανακόπιτα και κόκκινο κρασί, ενώ ο Μανώλης Μητσιάς απολάμβανε τα αστεία πειράγματα του Φλωράκη και της Δέσποινας Βανδή.

Η δημοσιογράφος αποτυπώνει στην ίδια ανάμνηση τις διαφορετικές προσωπικότητες της Μπέτυς Βαλάση και του Τίτου Βανδή. Όπως σημειώνει, εκείνος ήταν αρκετές φορές πιο μετρημένος, ενώ εκείνη μιλούσε με πάθος και κρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον των συνομιλητών της.

«Είχε όμως, το χάρισμα να μη σε κουράζει, γιατί δεν μιλούσε για να ακούει τη φωνή της. Μιλούσε επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους. Και ήθελε να τους βάζει μέσα στη ζωή της», γράφει η Σεμίνα Διγενή.

Η ίδια συνδέει αυτό το γνώρισμα της ηθοποιού με τη «Λωξάντρα», τον ρόλο που κέρδισε την αγάπη του τηλεοπτικού κοινού. «Ίσως γι’ αυτό ο κόσμος αγάπησε τόσο τη Λωξάντρα. Ίσως γιατί, κατά βάθος, η Μπέτυ είχε την ίδια πληθωρικότητα με εκείνη και την ίδια ανάγκη να μαζεύει ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι, πραγματικό ή φανταστικό», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οι συζητήσεις της Σεμίνας Διγενή και της Μπέτυς Βαλάση, από τον Κουν έως τα γλυκά

Η Σεμίνα Διγενή αναφέρεται και στις δικές τους συναντήσεις, όπου η κουβέντα ξεκινούσε από το θέατρο ή την πολιτική και έφτανε σε γνωστά πρόσωπα, προσωπικές ιστορίες, τον έρωτα, αλλά και γεγονότα που είχαν προκαλέσει την οργή τους.

«Κάθε φορά που βρισκόμασταν μιλούσαμε πολύ. Οι συζητήσεις μας μπορούσαν να ξεκινήσουν από τον Κουν, να περάσουν στη Μελίνα, στον Τίτο, στο Κόμμα, στον Νικόλα της, στην Αλέκα, στον Μητροπάνο, σε κάποιον συνάδελφο, στον έρωτα, σε μια αδικία που μας είχε εξοργίσει και να καταλήξουν -απολύτως φυσιολογικά- στα γλυκά», σημειώνει.

Οι μακρές συζητήσεις τους έδωσαν στον Τίτο Βανδή την αφορμή να τις πειράξει. «Μέχρι που ο Τίτος μας βάφτισε: “Οι γλωσσοκοπάνες”», γράφει η δημοσιογράφος, διευκρινίζοντας πως έτσι τις φώναζε ο ηθοποιός.

Στο τέλος της περιγραφής της, η Σεμίνα Διγενή θυμάται τον Τίτο Βανδή να τις κοιτάζει καθώς εκείνες εξακολουθούσαν να συζητούν. Το βλέμμα του, όπως λέει, έμοιαζε να εκφράζει: «Δεν υπάρχει σωτηρία».