Η προσέγγιση Τουρκίας–Αιγύπτου δεν έχει διαλύσει τη στενή συνεργασία του Καΐρου με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς η Αίγυπτος επιδιώκει να κρατά ανοιχτά όλα τα μέτωπα χωρίς να υποχωρεί στις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η πιθανή αιγυπτιακή συμμετοχή σε κυπριακή στρατιωτική παρέλαση, η άσκηση Medusa-15 και το σχέδιο αξιοποίησης του κυπριακού κοιτάσματος «Κρόνος» μέσω αιγυπτιακών υποδομών δείχνουν ότι ο άξονας Αθήνας–Λευκωσίας–Καΐρου παραμένει ενεργός, με ισχυρό στρατιωτικό, ενεργειακό και διπλωματικό αποτύπωμα που παρακάμπτει την Τουρκία και περιορίζει τον ρόλο της στην περιοχή.
Πιο αναλυτικά
Η εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου δεν οδήγησε στην αποδόμηση της στρατηγικής συνεργασίας που έχει συγκροτήσει το Κάιρο με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, οι τελευταίες στρατιωτικές, ενεργειακές και διπλωματικές κινήσεις δείχνουν ότι η αιγυπτιακή ηγεσία επιδιώκει να συνεργάζεται με την Άγκυρα χωρίς να υποχωρεί απέναντι στις τουρκικές αναθεωρητικές αξιώσεις και χωρίς να παραχωρεί τα πλεονεκτήματα που απέκτησε στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τη δεκαετή τουρκοαιγυπτιακή κρίση.
Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της δυσφορίας που καταγράφεται στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης. Η διατύπωση ότι η Αίγυπτος «παίζει σε δύο μέτωπα» αποδίδει την καχυποψία με την οποία η Άγκυρα αντιμετωπίζει κάθε αυτόνομη περιφερειακή συνεργασία που δεν τελεί υπό τη δική της επιρροή. Δεν περιγράφει, όμως, με ακρίβεια την αιγυπτιακή στρατηγική. Το Κάιρο δεν εκτελεί δύο αντιφατικές πολιτικές. Ακολουθεί μια πολυδιάστατη πολιτική, στην οποία η αποκατάσταση των σχέσεων με την Τουρκία δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη της Ελλάδας και της Κύπρου ούτε αποδοχή της τουρκικής αντίληψης για τις θαλάσσιες ζώνες.
Οι δύο κινήσεις που παρακολουθεί με ανησυχία η Άγκυρα
Η πρώτη κίνηση έχει υψηλό συμβολισμό. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τουρκικού και τουρκοκυπριακού Τύπου, αιγυπτιακό στρατιωτικό τμήμα σχεδιάζεται να συμμετάσχει για πρώτη φορά στη στρατιωτική παρέλαση της 1ης Οκτωβρίου για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η παρουσία Αιγύπτιων στρατιωτικών δίπλα σε κυπριακά και ελληνικά τμήματα δεν μεταβάλλει από μόνη της τον περιφερειακό συσχετισμό ισχύος. Στέλνει, όμως, ένα απολύτως σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα: η Αίγυπτος αναγνωρίζει τη Λευκωσία ως τον νόμιμο κρατικό και αμυντικό εταίρο της στην Κύπρο και δεν αποδέχεται ότι η βελτίωση των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων πρέπει να περιορίσει τη συνεργασία της με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Η κίνηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η Τουρκία εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, διατηρεί στρατεύματα στο βόρειο τμήμα του νησιού και επιχειρεί να αναβαθμίσει διεθνώς το αποσχιστικό μόρφωμα των κατεχομένων. Η αιγυπτιακή συμμετοχή λειτουργεί επομένως ως έμπρακτη επιβεβαίωση της διεθνούς νομιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως απόρριψη της τουρκικής προσπάθειας επιβολής τετελεσμένων.
Η δεύτερη κίνηση έχει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Αφορά το σχέδιο ανάπτυξης του κοιτάσματος «Κρόνος» στο τεμάχιο 6 της κυπριακής ΑΟΖ και τη μεταφορά του φυσικού αερίου προς την Αίγυπτο. Το αέριο προβλέπεται να διοχετεύεται μέσω υποθαλάσσιας σύνδεσης προς τις αιγυπτιακές υποδομές, να υφίσταται επεξεργασία και, εφόσον προορίζεται για εξαγωγή ως LNG, να υγροποιείται στη Νταμιέτα.
Το σχέδιο δεν βρίσκεται μόνο στο επίπεδο πολιτικών διακηρύξεων. Η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν υπογράψει συμφωνίες που προβλέπουν την εμπορική αξιοποίηση κυπριακών κοιτασμάτων μέσω των αιγυπτιακών εγκαταστάσεων. Για τον «Κρόνο», στον οποίο δραστηριοποιείται η κοινοπραξία Eni–TotalEnergies, το επιδιωκόμενο μοντέλο βασίζεται στη σύνδεσή του με το αιγυπτιακό κοίτασμα Ζορ και από εκεί με το σύστημα της Νταμιέτας.
Η επιλογή αυτή περιορίζει την ανάγκη κατασκευής ενός αυτόνομου και ιδιαίτερα δαπανηρού εξαγωγικού συστήματος. Κυρίως, όμως, δημιουργεί μια εφαρμόσιμη ενεργειακή διαδρομή η οποία παρακάμπτει πλήρως την Τουρκία και αποδυναμώνει τον ισχυρισμό της Άγκυρας ότι η γεωγραφική της θέση την καθιστά υποχρεωτικό μεσάζοντα για κάθε ενεργειακό σχέδιο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι τελευταίες διαθέσιμες εκτιμήσεις τοποθετούν την έναρξη ευρωπαϊκών εξαγωγών έως το πρώτο τρίμηνο του 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν τα τεχνικά και επενδυτικά χρονοδιαγράμματα. Το κόστος ανάπτυξης έχει αναφερθεί περίπου στα 2 δισ. δολάρια, ενώ οι ποσότητες του «Κρόνου» υπολογίζονται κοντά στα 3 τρισ. κυβικά πόδια.
Πρόκειται για αξιόλογο, αλλά όχι γιγαντιαίο κοίτασμα. Η γεωπολιτική του αξία, ωστόσο, υπερβαίνει το μέγεθός του, επειδή μπορεί να λειτουργήσει ως απόδειξη ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι σε θέση να αξιοποιήσει τον φυσικό της πλούτο χωρίς να υποκύψει στις πιέσεις και στις μονομερείς αξιώσεις της Τουρκίας.
Η Medusa-15 και το στρατιωτικό αποτύπωμα της συνεργασίας
Την ίδια κατεύθυνση επιβεβαιώνει η άσκηση Medusa-15. Σύμφωνα με την ανακοίνωση των αιγυπτιακών ενόπλων δυνάμεων, στην άσκηση συμμετέχουν ναυτικές, αεροπορικές, αντιαεροπορικές, αναγνωριστικές και ειδικές δυνάμεις της Αιγύπτου και της Ελλάδας. Παρουσία έχουν επίσης η Γαλλία, η Ιταλία και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επιχειρήσεις ναυτικού και αεροπορικού πολέμου, άλματα αλεξιπτωτιστών, δράσεις καταδρομέων, αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών και δραστηριότητες με πραγματικά πυρά. Προηγήθηκε άσκηση διέλευσης αιγυπτιακών και ελληνικών πλοίων κατά την πορεία τους προς την περιοχή διεξαγωγής, καθώς και κοινή προπαρασκευαστική εκπαίδευση για την εναρμόνιση διαδικασιών και επιχειρησιακών αντιλήψεων.
Η σειρά Medusa άρχισε το 2015. Επομένως, η Medusa-15 δεν αποτελεί συγκυριακή αντίδραση απέναντι στην Τουρκία, αλλά προϊόν μιας συνεργασίας που απέκτησε θεσμική συνέχεια, επαναληπτικότητα και διακλαδικό χαρακτήρα. Αυτή ακριβώς η θεσμοποίηση ανησυχεί την Άγκυρα, καθώς αποδεικνύει ότι η αμυντική σύμπραξη Ελλάδας και Αιγύπτου δεν ήταν ένα προσωρινό αποτέλεσμα της κρίσης στις τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις.
Η παρουσία Γαλλίας και Ιταλίας προσθέτει ακόμη μία διάσταση. Η Ιταλία και η Γαλλία δεν είναι μόνο στρατιωτικοί εταίροι της Αθήνας και του Καΐρου. Μέσω των Eni και TotalEnergies συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη του «Κρόνου». Έτσι δημιουργείται μια λειτουργική σύμπτωση κρατικών, στρατιωτικών και εταιρικών συμφερόντων γύρω από την ασφάλεια των θαλάσσιων υποδομών και των ενεργειακών οδών που αναπτύσσονται εκτός τουρκικού ελέγχου.
Τουρκικές αμυντικές ιστοσελίδες έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στη γεωγραφία της άσκησης νοτίως της Κρήτης και στην πολυεθνική σύνθεσή της. Η τουρκική προσοχή δεν οφείλεται μόνο στα οπλικά συστήματα που συμμετέχουν. Προκύπτει από τη σταδιακή δημιουργία ενός πλέγματος διαλειτουργικότητας μεταξύ χωρών που δεν αποδέχονται τις μαξιμαλιστικές πτυχές της τουρκικής θαλάσσιας στρατηγικής.
Γιατί ο «Κρόνος» έχει μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία από το μέγεθός του
Ο «Κρόνος» δεν μπορεί μόνος του να μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε βασικό τροφοδότη της Ευρώπης. Μπορεί, όμως, να αποδείξει ότι το μοντέλο «κυπριακό αέριο–αιγυπτιακές υποδομές–ευρωπαϊκή αγορά» είναι τεχνικά και εμπορικά εφαρμόσιμο, χωρίς την άδεια, τη διαμεσολάβηση ή τις υποδομές της Τουρκίας.
Για την Κύπρο, η σύνδεση με την Αίγυπτο αποτελεί τη συντομότερη διαδρομή προς την εμπορική αξιοποίηση των κοιτασμάτων της και ενισχύει την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της εντός της ΑΟΖ. Για την Αίγυπτο, ενισχύει τον ρόλο της ως περιφερειακού κόμβου επεξεργασίας και εξαγωγής.
Για την Ελλάδα, το συγκεκριμένο μοντέλο εδραιώνει έναν ενεργειακό άξονα που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά μέσω ελληνικών υποδομών. Παράλληλα, αναβαθμίζει τη γεωπολιτική θέση της χώρας ως πύλης προς τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Για την Ευρώπη, οι ποσότητες δεν ανατρέπουν την ενεργειακή εξίσωση. Προσφέρουν όμως πρόσθετη διαφοροποίηση και δημιουργούν έναν ακόμη μη ρωσικό και μη τουρκικά ελεγχόμενο δίαυλο εφοδιασμού.
Ρεβυθούσα, Αλεξανδρούπολη και Κάθετος Διάδρομος
Το LNG που θα παράγεται στη Νταμιέτα δεν έχει προκαθορισμένο αποκλειστικό προορισμό τη Ρεβυθούσα ή την Αλεξανδρούπολη. Πρόκειται για εμπορεύσιμο φορτίο, το οποίο μπορεί να κατευθυνθεί σε οποιονδήποτε κατάλληλο τερματικό σταθμό, ανάλογα με τον αγοραστή, το συμβόλαιο και τις συνθήκες της αγοράς.
Οι ελληνικοί σταθμοί αποτελούν, ωστόσο, προνομιακές δυνητικές πύλες εισόδου. Εάν φορτία φτάσουν σε αυτούς, το αέριο μπορεί μετά την αεριοποίηση να κινηθεί προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία μέσω των διασυνδεδεμένων συστημάτων που συγκροτούν τον Κάθετο Διάδρομο.
Ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι ένας ενιαίος αγωγός. Είναι δίκτυο εθνικών συστημάτων, διασυνδετήριων αγωγών και σημείων αντίστροφης ροής. Η λειτουργικότητά του εξαρτάται από τη διαθέσιμη δυναμικότητα, τα τέλη μεταφοράς και τις κρατήσεις των προμηθευτών.
Επομένως, η αλυσίδα «Κρόνος–Νταμιέτα–ελληνικοί τερματικοί–Κάθετος Διάδρομος» είναι εφικτή, αλλά όχι αυτόματη. Εφόσον αποκτήσει εμπορική συνέχεια, θα ενισχύσει αποφασιστικά την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ θα περιορίσει την ικανότητα της Τουρκίας να χρησιμοποιεί την ενεργειακή διαμεσολάβηση ως μέσο πολιτικής επιρροής.
Η τουρκοαιγυπτιακή προσέγγιση είναι πραγματική, αλλά έχει σαφή όρια
Η βελτίωση των σχέσεων Άγκυρας–Καΐρου είναι πραγματική. Οι δύο χώρες αποκατέστησαν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις το 2023, έπειτα από περίπου μία δεκαετία έντασης που ακολούθησε την ανατροπή του Μοχάμεντ Μόρσι. Στη συνέχεια ακολούθησαν επισκέψεις κορυφής, εμπορικές συμφωνίες και συζητήσεις για αύξηση των διμερών συναλλαγών στα 15 δισ. δολάρια.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 πραγματοποίησαν την πρώτη κοινή ναυτική άσκηση έπειτα από 13 χρόνια. Η άσκηση «Θάλασσα Φιλίας» σηματοδότησε την επιστροφή της στρατιωτικής επικοινωνίας, χωρίς όμως να καταργήσει τα παράλληλα αιγυπτιακά σχήματα συνεργασίας.
Η ίδια Αίγυπτος μπορεί να ασκείται με την Τουρκία και, σε διαφορετικό χρόνο και πλαίσιο, με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η διαφορά είναι ότι η συνεργασία με την Αθήνα και τη Λευκωσία έχει σταθερό θεσμικό, νομικό και ενεργειακό υπόβαθρο, ενώ η προσέγγιση με την Άγκυρα βασίζεται κυρίως στην ανάγκη διαχείρισης κρίσεων και αμοιβαίων συμφερόντων.
Το Κάιρο έχει ισχυρούς λόγους να κρατά ανοικτούς και τους δύο διαύλους:
- Θέλει εμπορικές συναλλαγές και συνεννόηση με την Τουρκία για τη Λιβύη, τη Γάζα και την περιφερειακή ασφάλεια.
- Δεν προτίθεται να ακυρώσει τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ που υπέγραψε με την Ελλάδα το 2020.
- Χρειάζεται την Κύπρο για την τροφοδοσία των αιγυπτιακών εγκαταστάσεων με νέο αέριο.
- Αξιοποιεί τις σχέσεις με Ελλάδα, Γαλλία και Ιταλία για στρατιωτική εκπαίδευση, επενδύσεις και πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
- Δεν επιθυμεί να υπαγάγει τα στρατηγικά του συμφέροντα στις επιδιώξεις της Άγκυρας.
Το σημείο όπου συγκρούονται τα συμφέροντα Αιγύπτου και Τουρκίας
Η βαθύτερη διαφορά βρίσκεται στον χάρτη των θαλάσσιων ζωνών.
Η Τουρκία στηρίζει το μνημόνιο θαλάσσιας οριοθέτησης που υπέγραψε με τη λιβυκή κυβέρνηση το 2019 και προβάλλει τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Μέσω αυτής της στρατηγικής επιχειρεί να περιορίσει την επήρεια ελληνικών νησιών και να επιβάλει έναν θαλάσσιο χάρτη που εξυπηρετεί τις δικές της αναθεωρητικές επιδιώξεις, αγνοώντας την ελληνική και κυπριακή αντίληψη περί κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Αίγυπτος, αντιθέτως, υπέγραψε το 2020 συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ελλάδα. Η Άγκυρα απέρριψε τη συμφωνία ως άκυρη, επειδή θεωρεί ότι Ελλάδα και Αίγυπτος δεν διαθέτουν κοινό θαλάσσιο σύνορο με τον τρόπο που το προσδιορίζει η Αθήνα.
Η αιγυπτιακή επιλογή είχε διπλή σημασία. Αφενός απέρριπτε στην πράξη τη μέγιστη τουρκική εκδοχή της θαλάσσιας οριοθέτησης. Αφετέρου το Κάιρο απέφυγε μια πλήρη οριοθέτηση με την Ελλάδα, αφήνοντας ανοικτό το ανατολικό τμήμα της και διατηρώντας περιθώρια διπλωματικών ελιγμών.
Αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον πυρήνα της αιγυπτιακής επιλογής: η Αίγυπτος προτίμησε μια συμφωνία με την Ελλάδα, στη βάση διαπραγμάτευσης μεταξύ δύο αναγνωρισμένων κρατών, αντί να ευθυγραμμιστεί με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τη λογική των μονομερών τετελεσμένων.
Εδώ βρίσκεται και το όριο της σημερινής προσέγγισης Σίσι–Ερντογάν. Οι δύο ηγεσίες μπορούν να αποκαταστήσουν το εμπόριο, τις πρεσβείες και τη στρατιωτική επικοινωνία. Δεν έχουν όμως επιλύσει τη σύγκρουση ανάμεσα στην τουρκολιβυκή αντίληψη των θαλάσσιων ζωνών και στην αιγυπτοελληνική συμφωνία του 2020.
Γιατί ο τουρκικός Τύπος μιλά για «σχέδιο χωρίς την Τουρκία»
Η τουρκική ανησυχία δεν αφορά έναν νέο, ενιαίο συνασπισμό που ιδρύθηκε αιφνιδιαστικά με αποκλειστικό σκοπό τον περιορισμό της Άγκυρας. Αφορά τη σωρευτική επίδραση πολλών επιμέρους δομών:
- Τη θεσμοποιημένη τριμερή συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου.
- Τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και την αυξανόμενη διαλειτουργικότητα.
- Την οριοθέτηση Ελλάδας–Αιγύπτου.
- Τη σύνδεση κυπριακών κοιτασμάτων με αιγυπτιακές εγκαταστάσεις.
- Τη συμμετοχή ευρωπαϊκών εταιρειών και κρατών.
- Τη δυνατότητα μεταφοράς αερίου προς την Ευρώπη χωρίς τουρκικό έδαφος ή τουρκικές υποδομές.
- Τη σταδιακή αποδυνάμωση της τουρκικής αξίωσης για κεντρικό και αποκλειστικό ρόλο στην περιοχή.
Η Τουρκία δεν απομονώνεται πλήρως. Διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, μεγάλη αγορά, αναπτυγμένη ενεργειακή υποδομή και κρίσιμη γεωγραφική θέση. Παραμένει βασικός παράγοντας στη Λιβύη, στη Συρία, στον Νότιο Καύκασο και στις διαδρομές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Εκείνο που αμφισβητείται ολοένα περισσότερο είναι η δυνατότητα της Άγκυρας να επιβάλλει τον εαυτό της ως αναντικατάστατο κόμβο και να ασκεί δικαίωμα άτυπου βέτο σε κάθε ενεργειακό ή γεωπολιτικό σχέδιο της Ανατολικής Μεσογείου.
Το αιγυπτιακό μοντέλο προσφέρει στην Κυπριακή Δημοκρατία μια εναλλακτική διαδρομή, η οποία δεν χρειάζεται προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού, συμφωνία με την Τουρκία ή αποδοχή των όρων της. Παράλληλα, προσφέρει στην Ελλάδα την ευκαιρία να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκή ενεργειακή πύλη και πυλώνας περιφερειακής σταθερότητας.
Η στρατηγική του Καΐρου και η αντοχή του ελληνικού άξονα
Η αιγυπτιακή πολιτική μπορεί να περιγραφεί ως στρατηγική διαφοροποίησης εταίρων. Το Κάιρο συνομιλεί με την Τουρκία για να περιορίσει τις περιφερειακές εντάσεις και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Συνεργάζεται όμως με την Ελλάδα και την Κύπρο επειδή αυτές οι σχέσεις έχουν ήδη παραγάγει χειροπιαστά αποτελέσματα σε οριοθετήσεις, ενέργεια, ασκήσεις και ευρωπαϊκή διασύνδεση.
Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελούν περιστασιακές επιλογές του Καΐρου ούτε απλά διαπραγματευτικά εργαλεία απέναντι στην Άγκυρα. Αποτελούν σταθερούς εταίρους με τους οποίους η Αίγυπτος έχει οικοδομήσει ένα θεσμικό πλαίσιο βασισμένο σε κοινά συμφέροντα, αναγνωρισμένες κρατικές σχέσεις και συγκεκριμένα έργα.
Η Αίγυπτος δεν έχει λόγο να ανταλλάξει αυτό το λειτουργικό πλέγμα συνεργασιών με μια αβέβαιη και άνιση αποκλειστική συνεννόηση με την Άγκυρα. Ούτε επιδιώκει επιστροφή στην ανοιχτή αντιπαράθεση της προηγούμενης δεκαετίας. Η επιθυμητή κατάσταση για τον Σίσι είναι μια Ανατολική Μεσόγειος στην οποία η Αίγυπτος συνομιλεί με όλους, συνεργάζεται σταθερά με την Ελλάδα και την Κύπρο και δεν επιτρέπει στην Τουρκία να υπαγορεύει τις περιφερειακές της επιλογές.
Τελικώς τι κάνει η Αίγυπτος;
Η Medusa-15, η σχεδιαζόμενη αιγυπτιακή παρουσία στην παρέλαση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ανάπτυξη του «Κρόνου» δεν αποδεικνύουν ότι το Κάιρο προετοιμάζει έναν επιθετικό αντιτουρκικό άξονα. Αποδεικνύουν, όμως, ότι η τουρκοαιγυπτιακή εξομάλυνση δεν συνοδεύεται από γεωπολιτική υποχώρηση της Αιγύπτου ούτε από αποδοχή των τουρκικών αναθεωρητικών επιδιώξεων.
Η Άγκυρα βλέπει να εδραιώνεται μια ενεργειακή, διπλωματική και στρατιωτική αρχιτεκτονική που μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά χωρίς τη συμμετοχή της. Η αρχιτεκτονική αυτή δεν απομονώνει συνολικά την Τουρκία, περιορίζει όμως ουσιαστικά τη δυνατότητά της να επηρεάζει, να παρεμποδίζει ή να θέτει υπό την κηδεμονία της περιφερειακές πρωτοβουλίες.
Το σημαντικότερο για την Αθήνα και τη Λευκωσία είναι ότι η Αίγυπτος δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις τους ως αναλώσιμες μπροστά στην επαναπροσέγγιση με την Τουρκία. Αντίθετα, τις θεωρεί τμήμα μιας σταθερής περιφερειακής τάξης, η οποία στηρίζεται στη συνεργασία, στις συμφωνημένες οριοθετήσεις και στην αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων χωρίς τουρκικούς καταναγκασμούς.
Το Κάιρο, τελικά, δεν «παίζει σε δύο μέτωπα». Προστατεύει πολλαπλές επιλογές, διατηρώντας ταυτόχρονα ισχυρό τον άξονα με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία. Και όσο αυτός ο άξονας αποκτά στρατιωτικό, ενεργειακό και ευρωπαϊκό βάθος, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα της Άγκυρας να μετατρέπει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε περιφερειακά τετελεσμένα.
