Ο Αντώνης Σαμαράς επέκρινε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και ζήτησε να ληφθούν άμεσα έκτακτα μέτρα για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Μιλώντας στο συνέδριο της Ομοσπονδίας Επαγγελματικών, Βιοτεχνικών και Εμπορικών Σωματείων Μεσσηνίας, ο πρώην πρωθυπουργός εισηγήθηκε μέτρα για να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος και οι έμμεσοι φόροι, καθώς και τη σύσταση ειδικού φορέα που θα χρηματοδοτεί τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
«Απέναντι λοιπόν στη διαχειριστική, νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί η σημερινή κυβέρνηση, επιλέγω τον κοινωνικό φιλελευθερισμό», δήλωσε, σημειώνοντας πως τόσο οι επιλογές για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας όσο και η ενίσχυση συγκεκριμένων κλάδων αποτελούν αποφάσεις με βαθιά πολιτικό χαρακτήρα.
Την προτεραιότητα που δίνεται στα υπερπλεονάσματα επέκρινε ο κ. Σαμαράς, αποδίδοντας τη δημιουργία τους κυρίως στην υψηλή έμμεση φορολογία. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν πρέπει να ενισχύεται «η καρτελοποίηση της οικονομίας σε βάρος της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας», ιδίως όταν η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε κρίση.
Τρεις εισηγήσεις για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Ο πρώην πρωθυπουργός κατέθεσε τρεις ενδεικτικές προτάσεις, τις οποίες θεωρεί απαραίτητες για να στηριχθούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις:
- Λήψη άμεσων μέτρων ώστε να μειωθεί το ενεργειακό κόστος.
- Περιορισμός των έμμεσων φόρων, με βασική πρόταση την επαναφορά του ΦΠΑ στην εστίαση στο 13%.
- Ίδρυση Εθνικού Ταμείου ή Τράπεζας Ειδικού Σκοπού, με αποκλειστική αποστολή τη χρηματοδότηση της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας.
Αναφερόμενος ειδικότερα στην εστίαση, θύμισε ότι η δική του κυβέρνηση είχε θεσπίσει συντελεστή ΦΠΑ 13%, «κόντρα στην Τρόικα». Κατά τον ίδιο, η εφαρμογή του μέτρου είχε θετικά αποτελέσματα και είχε αυξήσει τα έσοδα.
Οι ρυθμίσεις οφειλών και η αύξηση του κόστους για τις επιχειρήσεις
Ο κ. Σαμαράς περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, λέγοντας ότι το κόστος για μια μικρομεσαία επιχείρηση αυξήθηκε κατά 35% την τελευταία διετία. Έκρινε αποτυχημένη τη ρύθμιση των 72 δόσεων για το ιδιωτικό χρέος, καθώς, όπως υποστήριξε, δεν εντάχθηκε σε αυτή ούτε το 10% των επιχειρήσεων. Για τη ρύθμιση των 120 δόσεων, χαρακτήρισε αποθαρρυντικά τα πρώτα στοιχεία και επισήμανε πως τα πρόστιμα, οι προσαυξήσεις και το επιτόκιο που προσεγγίζει το 6% δεν επιτρέπουν να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά το πρόβλημα. Αναφέρθηκε ακόμη στα εμπόδια χρηματοδότησης, σημειώνοντας ότι από τις 900.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις μόνο 70.000 έχουν την απαιτούμενη πιστοληπτική ικανότητα.
Παρατηρήσεις για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας
Ο πρώην πρωθυπουργός συνέδεσε την κατάσταση των επιχειρήσεων με το ευρύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας της οικονομίας. Επισήμανε ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει ξεπεράσει τα 9 δισ. ευρώ, και πρόσθεσε πως το στοιχείο αυτό «σκοπίμως αποσιωπάται».
Αναφερόμενος σε στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είπε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται 172η ανάμεσα σε 190 χώρες στο συγκεκριμένο πεδίο. Πρόσθεσε ότι από το 1948 και μετά, το 2013 ήταν η μοναδική χρονιά που η χώρα κατέγραψε θετικό ισοζύγιο.
«Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι οι οικονομικές επιλογές αξιολογούνται και με βάση τις κοινωνικές συνέπειές τους. Ολοκληρώνοντας τον χαιρετισμό του, ευχήθηκε να διεξαχθεί στο συνέδριο της Καλαμάτας ουσιαστικός και ειλικρινής διάλογος και διαβεβαίωσε τους επαγγελματίες πως εξακολουθεί να βρίσκεται στο πλευρό τους.
