Η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, και ειδικά των ενεργοβόρων data centers που τη στηρίζουν, ανεβάζει αισθητά τη ζήτηση για ηλεκτρικό ρεύμα στις ΗΠΑ και πιέζει προς τα πάνω τις τιμές, με το κόστος να κινδυνεύει να μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Παρά τις τεράστιες επενδύσεις στον κλάδο, οι εταιρείες AI αναζητούν τρόπους να μειώσουν τα έξοδα, ακόμη και μέσω συνεργασιών με εταιρείες κοινής ωφέλειας, ενώ πολιτικοί και καταναλωτικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη ακριβότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.
Πιο αναλυτικά
Η ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και απλών εφαρμογών όπως το ChatGPT, μπορεί να φέρνει νέες δυνατότητες, όμως και η πιο μικρή απαίτηση καταναλώνει τεράστια ποσότητα ηλεκτρικού ρεύματος. Αυτό συνεπάγεται και έναν υπέρογκο λογαριασμό, τον οποίο στο τέλος δεν πληρώνει η εταιρεία που παράγει την AI, αλλά ο απλός καταναλωτής.
Στην Ευρώπη αυτό φαντάζει υπερβολικό, αλλά στην Αμερική, την ηγέτιδα δύναμη στον χώρο της AI, είναι πραγματικότητα και σύμφωνα με δημοσιεύματα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού το πρόβλημα αναμένεται να γιγαντωθεί.
Τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης (AI Data Centers) είναι η ψηφιακή ραχοκοκαλιά της AI, καθώς είναι ειδικά σχεδιασμένα για να διαχειρίζονται τα τεράστια υπολογιστικά φορτία που απαιτούν η εκπαίδευση και η εξαγωγή συμπερασμάτων (inference) των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Χρησιμοποιώντας προηγμένα συστήματα υγρής ψύξης, λόγω της θερμότητας που παράγουν οι κάρτες γραφικών, καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας για να παράξουν το τελικό αποτέλεσμα, ακόμη κι αν είναι μια απάντηση λίγων λέξεων σε μια ερώτηση.
Σύμφωνα με τους Financial Times, στις ΗΠΑ φέτος η ενέργεια αυξήθηκε τουλάχιστον 9% σε εθνικό επίπεδο από πέρυσι, ενώ σε κάθε πολιτεία υπάρχει επιπλέον αύξηση, αναλόγως με την κατανάλωση, η οποία σε αρκετές περιπτώσεις συνδέεται με τα AI Data Centers. Παραδείγματος χάριν, η ενέργεια αυξήθηκε φέτος 8% στη Βόρεια Καρολίνα και τη Νότια Καρολίνα και 15% στη Βιρτζίνια, πολιτείες που διαθέτουν αρκετά κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης.
Μέχρι στιγμής, δεν προκύπτει ζήτημα με αποθέματα ενέργειας, εντούτοις υπάρχει ζήτημα με την τιμή της. Παρά τα δισεκατομμύρια που επενδύονται στην AI, ακόμη καμία εταιρεία δεν έχει καταφέρει να παράξει κέρδος, οπότε και αναζητά λύσεις να μειώσει τα έξοδα.
Οι FT έγραψαν ότι κολοσσοί της τεχνητής νοημοσύνης εξετάζουν να εξαγοράσουν, να συγχωνευτούν ή να συνάψουν συνεργασίες με εταιρείες κοινής ωφέλειας στις ΗΠΑ. «Παρατηρούμε μεγάλο ενδιαφέρον από τα κεφάλαια ιδιωτικών επενδύσεων και τα επενδυτικά κεφάλαια υποδομών», δήλωσε ο Τόμας Κιφ, ανώτερος διευθυντής του τμήματος ενέργειας, υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της Deloitte στις ΗΠΑ.
Ο Κιφ ανέφερε ότι η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης έχει μεταμορφώσει τις προοπτικές ανάπτυξης για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας, με ορισμένες εταιρείες να προβλέπουν αύξηση των εσόδων κατά 50 έως 100% τα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια. Ωστόσο, σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως οι εταιρείες κοινής ωφέλειας προχωρούν σε αύξηση των τιμών στην ενέργεια, με το κόστος να επιβαρύνει τον απλό πολίτη.
«Πρέπει να γίνουν πολλές επενδύσεις κεφαλαίου, το ερώτημα είναι ποιος θα τις χρηματοδοτήσει;», δήλωσε ο Άλεξ Κάνια, αναλυτής στον τομέα των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και της ενέργειας στην BTIG.
Οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των καταναλωτών προειδοποιούν ότι οι συγχωνεύσεις θα αυξήσουν το κόστος για τους καταναλωτές, καθώς ενισχύουν τη μονοπωλιακή δύναμη των εταιρειών κοινής ωφέλειας, επιτρέποντάς τους να επηρεάζουν τους ρυθμιστικούς κανόνες και να μετακυλίουν το κόστος στους καταναλωτές.
Σε ολόκληρη τη χώρα, πολιτικοί και από τα δύο κόμματα έχουν επικρίνει τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας για τα υψηλά κόστη που επιβαρύνουν τους καταναλωτές, ενώ οι γερουσιαστές Ελίζαμπεθ Γουόρεν, Κρις Βαν Χόλλεν και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ ξεκίνησαν έρευνα σχετικά με τον ρόλο των κέντρων δεδομένων στην αύξηση των τιμών, υποστηρίζοντας ότι οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας αναγκάζουν τις οικογένειες να «χρηματοδοτούν» τα έξοδά τους.
