Οι Ευρωπαίοι εφοπλιστές ζητούν να τριπλασιαστούν τα διαθέσιμα δικαιώματα εκπομπών για να ενισχυθεί η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας, τονίζοντας πως το ποσό που προτείνει η Κομισιόν δεν αρκεί για το αυξημένο κόστος καθαρότερων καυσίμων και τεχνολογιών.

Η Ένωση Ευρωπαίων Εφοπλιστών (ECSA) υπολογίζει, σε νέα μελέτη της, ότι για το διάστημα 2028-2040 χρειάζονται τουλάχιστον 33 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι τριπλάσιο σε σχέση με τα περίπου 11 δισ. ευρώ της πρότασης της Κομισιόν.

Η ECSA στηρίζει τον υπολογισμό σε υποθετική τιμή 100 ευρώ για κάθε δικαίωμα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα εναλλακτικά καύσιμα είναι, κατά μέσο όρο, τέσσερις φορές ακριβότερα από τα συμβατικά.

Πώς θα διατεθεί η χρηματοδότηση

Ο προτεινόμενος ευρωπαϊκός μηχανισμός SMAP (Sustainable Maritime Alternative Propulsion) βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδίου και έχει στόχο να βοηθήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις να στραφούν σε καθαρότερα καύσιμα και τεχνολογίες.

Ο μηχανισμός προβλέπει τη χορήγηση στις εταιρείες δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τα οποία διαθέτουν οικονομική αξία και θα καλύπτουν μέρος της επιπλέον δαπάνης για την πράσινη μετάβαση. Για το διάστημα 2028-2040, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εισηγείται 110 εκατ. δικαιώματα. Η ECSA εκτιμά ότι χρειάζονται τουλάχιστον 330 εκατ., δηλαδή τριπλάσιος αριθμός από τον προτεινόμενο.

Το αυξημένο κόστος των εναλλακτικών ναυτιλιακών καυσίμων

Η σημαντική απόσταση στις τιμές των συμβατικών και των εναλλακτικών καυσίμων αποτελεί ένα από τα βασικότερα εμπόδια για τη στροφή της ναυτιλίας σε καθαρότερες πηγές ενέργειας.

Κατά την ECSA, τα βιώσιμα καύσιμα για τη ναυτιλία στοιχίζουν κατά μέσο όρο τέσσερις φορές περισσότερο από τα συμβατικά που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Για τη μείωση της διαφοράς, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ορίζει διαφορετικά ποσοστά κάλυψης της εναπομένουσας επιβάρυνσης από τον νέο μηχανισμό: 55% για βιοαέριο και προηγμένα βιοκαύσιμα, 80% για υδρογόνο χαμηλών εκπομπών άνθρακα και συναφή καύσιμα, καθώς και έως 90% για ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης.

Για το επιπλέον κόστος επιλέξιμων τεχνολογιών προβλέπεται επίσης κάλυψη, η οποία μπορεί να φτάσει το 90%.

Η ECSA, ωστόσο, σημειώνει ότι τα ποσοστά κάλυψης δεν είναι εγγυημένα. Αν τα αιτήματα χρηματοδότησης ξεπεράσουν τους διαθέσιμους πόρους, το ποσό ενίσχυσης για κάθε ναυτιλιακή εταιρεία θα περιορίζεται αναλογικά.

Οι Ευρωπαίοι εφοπλιστές εκτιμούν, επομένως, ότι η επάρκεια των δικαιωμάτων που θα διατεθούν είναι κρίσιμη, ώστε οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη σιγουριά τις επενδύσεις των επόμενων ετών.

Η ναυτιλία συνεισφέρει περίπου 9 δισ. ευρώ τον χρόνο

Σημαντικό μέρος της μελέτης αφορά τη συνεισφορά της ναυτιλίας στη χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών.

Η μελέτη αναφέρει ότι η ναυτιλία ευθύνεται για περίπου το 10% των εκπομπών που εντάσσονται στο EU ETS, αλλά αγοράζει κάθε χρόνο περίπου 90 εκατομμύρια δικαιώματα. Η ποσότητα αυτή ισοδυναμεί σχεδόν με το 20% των δικαιωμάτων που δημοπρατούνται μέσω του συστήματος.

Με βάση την ενδεικτική τιμή των 100 ευρώ ανά δικαίωμα, το ετήσιο κόστος για τον κλάδο εκτιμάται περίπου στα 9 δισ. ευρώ.

Σε αντίθεση με άλλους τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας, ανάμεσά τους η χαλυβουργία, η τσιμεντοβιομηχανία και οι αερομεταφορές, η ναυτιλία δεν έχει επωφεληθεί από δωρεάν δικαιώματα εκπομπών.

Από το έτος εκπομπών 2026 και έπειτα, οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να καλύπτουν το σύνολο, δηλαδή το 100%, των εκπομπών τους που υπάγονται στο ευρωπαϊκό σύστημα.

Οι υπολογισμοί της ECSA δείχνουν ότι, αν οι εκπομπές παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα, οι υποχρεώσεις της ναυτιλίας για την περίοδο 2028-2040 θα ανέλθουν συνολικά σε περίπου 1,17 δισ. δικαιώματα. Με την ίδια υποθετική τιμή, η αξία τους θα φτάσει τα 117 δισ. ευρώ.

Ακόμη και με την πρόταση της ECSA για 330 εκατομμύρια δικαιώματα, η χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης θα κάλυπτε μόλις το 28% της συνολικής αυτής επιβάρυνσης. Με βάση την πρόταση της Κομισιόν, το αντίστοιχο ποσοστό θα ήταν περίπου 9%.

Οι νέες παραγγελίες πλοίων και οι επενδύσεις

Η μελέτη αναδεικνύει τη σημαντική παρουσία των Ευρωπαίων εφοπλιστών στις παραγγελίες πλοίων που έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν με βιώσιμα καύσιμα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ECSA, το 44% της χωρητικότητας των πλοίων υπό παραγγελία παγκοσμίως, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούν βιώσιμα καύσιμα, αντιστοιχεί σε Ευρωπαίους πλοιοκτήτες.

Η ναυπήγηση καινούργιων πλοίων, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της για να περιοριστούν οι εκπομπές.

Όπως υπογραμμίζεται, χρειάζεται επίσης να παραχθούν επαρκείς ποσότητες εναλλακτικών καυσίμων σε ανταγωνιστικές τιμές, ενώ παράλληλα πρέπει να αναπτυχθούν οι αναγκαίες τεχνολογίες και υποδομές.

Γι’ αυτό η ECSA προτείνει να θεωρούνται επιλέξιμα και έργα ενεργειακής απόδοσης. Οι συγκεκριμένες επενδύσεις μπορούν να μειώσουν άμεσα τόσο την κατανάλωση καυσίμων όσο και τις εκπομπές των πλοίων.

Μείωση των εκπομπών έως και κατά 9 εκατ. τόνους

Ο μηχανισμός, ωστόσο, έχει σημασία που υπερβαίνει την παροχή οικονομικής στήριξης στις ναυτιλιακές εταιρείες.

Η ECSA επικαλείται την εκτίμηση επιπτώσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία το SMAP θα μπορούσε να περιορίσει τις ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 1,7 έως 9 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου CO₂ έως το 2035. Το εύρος της μείωσης εξαρτάται από το διαθέσιμο ύψος χρηματοδότησης.

Κατά την Ένωση, η διαμόρφωση μιας βιώσιμης αγοράς εναλλακτικών καυσίμων θα μπορούσε να επισπεύσει την ενεργειακή μετάβαση στη ναυτιλία και να συμβάλει στην εκπλήρωση των στόχων του ευρωπαϊκού κανονισμού FuelEU Maritime.

Η μελέτη επισημαίνει, πάντως, ότι οι εκτιμήσεις της ενέχουν αβεβαιότητες. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν με ακρίβεια οι μελλοντικές τιμές των καυσίμων, η διαθέσιμη παραγωγή τους και η εξέλιξη των νέων τεχνολογιών.