Οι φοροελαφρύνσεις και οι εισοδηματικές παρεμβάσεις του 2027 αυξάνουν τα χρήματα που έχουν στη διάθεσή τους όλα τα νοικοκυριά, με το μέγεθος της ενίσχυσης να διαφέρει ανάλογα με το εισόδημά τους.
Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκτιμά ότι το διαθέσιμο εισόδημα ενισχύεται κατά μέσο όρο 701 ευρώ ετησίως, δηλαδή κατά 4,6%. Παράλληλα, οι υπολογισμοί δείχνουν χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση και υποχώρηση τόσο της φτώχειας όσο και των εισοδηματικών ανισοτήτων.
Τα αποτελέσματα περιλαμβάνονται στο Draft Budgetary Plan, το οποίο κατατέθηκε στις Βρυξέλλες και καταγράφει πώς επηρεάζουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών οι νέες δημοσιονομικές παρεμβάσεις.
Το μεγαλύτερο όφελος σε ευρώ κατευθύνεται στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Για το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού, το οποίο έχει μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα 35.901 ευρώ, η αύξηση υπολογίζεται σε 1.409 ευρώ. Ωστόσο, σε ποσοστιαίους όρους, η ισχυρότερη ενίσχυση εντοπίζεται στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Το φτωχότερο 10% του πληθυσμού, με μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα 4.737 ευρώ, αναμένεται να έχει αύξηση 274 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 5,78%. Στο δεύτερο δεκατημόριο, το μέσο εισόδημα των 7.698 ευρώ συνοδεύεται από όφελος 400 ευρώ ή 5,20%, ενώ στο τρίτο, με εισόδημα 9.534 ευρώ, η ενίσχυση φτάνει τα 474 ευρώ ή 4,97%. Στο ανώτερο 10%, αντιθέτως, η ποσοστιαία μεταβολή είναι 3,93%, παρότι η αύξηση σε απόλυτο ποσό είναι πολύ μεγαλύτερη.
Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης
Κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες υποχωρεί κατά μέσο όρο η φορολογική επιβάρυνση λόγω των παρεμβάσεων του 2027. Η μεγαλύτερη ελάφρυνση αφορά και πάλι τα χαμηλότερα εισοδήματα: στο πρώτο δεκατημόριο, όπου η επιβάρυνση είναι 19,2%, η μείωση φτάνει τις 0,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι επιπτώσεις των μέτρων στη φτώχεια
Για τη φτώχεια, ο σχετικός δείκτης ορίζει ως όριο το 60% του διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος. Με αυτό το κριτήριο, το 16,9% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο το 2026. Το υπουργείο υπολογίζει ότι, μετά την εφαρμογή των μέτρων του 2027, το ποσοστό μπορεί να υποχωρήσει κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Η εκτιμώμενη μείωση φτάνει τις 4,4 ποσοστιαίες μονάδες για τους πολίτες 80 ετών και άνω, ομάδα όπου το ποσοστό φτώχειας είναι σήμερα 19,1%. Για τα παιδιά έως 14 ετών, η υποχώρηση υπολογίζεται σε 3,7 μονάδες. Μεγαλύτερη επίδραση αναμένεται στα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και τουλάχιστον τρία παιδιά: εκεί, όπου η φτώχεια ανέρχεται στο ιδιαίτερα υψηλό 25,2%, η μείωση εκτιμάται στις 5,5 ποσοστιαίες μονάδες.
Στις μονογονεϊκές οικογένειες, αντίθετα, η επίδραση είναι αισθητά πιο περιορισμένη. Για τα νοικοκυριά με έναν ενήλικο και παιδιά, στα οποία το ποσοστό φτώχειας φτάνει το 25,5%, η μείωση είναι μόλις μισή ποσοστιαία μονάδα.
Η υποχώρηση της φτώχειας κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες υπολογίζεται με το όριο να διατηρείται στα επίπεδα του 2026. Διαφορετικό αποτέλεσμα προκύπτει αν το όριο αυξηθεί ανάλογα με την άνοδο των εισοδημάτων. Στο βασικό σενάριο του 2026, το ετήσιο όριο ανέρχεται σε 8.075,92 ευρώ. Για το σενάριο αναφοράς του ίδιου έτους διαμορφώνεται σε 8.185,32 ευρώ, ενώ το 2027 φτάνει τα 8.452,73 ευρώ.
Όταν εφαρμόζεται αυτό το «κυμαινόμενο» όριο, το ποσοστό φτώχειας μειώνεται μόλις κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Η διάκριση είναι ουσιαστική: με αμετάβλητο όριο καταγράφεται η πραγματική βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος στα χαμηλότερα στρώματα. Αν όμως το όριο αναπροσαρμόζεται, αυξάνεται ταυτόχρονα και το επίπεδο εισοδήματος κάτω από το οποίο κάποιος θεωρείται ότι κινδυνεύει από φτώχεια.
Παράλληλα, το λεγόμενο «χάσμα φτώχειας» αποτυπώνει τη μέση απόσταση ανάμεσα στο εισόδημα των φτωχότερων και στο όριο φτώχειας. Ο δείκτης υποχωρεί κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, από 4,7% στο βασικό σενάριο σε περίπου 4,1% το 2027.
