Η ΑΑΔΕ ετοιμάζεται να ενεργοποιήσει νέα διαδικασία που θα επιτρέπει την άρση κατάσχεσης σε ακίνητα με ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία, ώστε να ολοκληρώνεται η πώλησή τους και μέρος του τιμήματος να πηγαίνει απευθείας στην εξόφληση των οφειλών. Η ρύθμιση βάζει ως προϋποθέσεις την τήρηση των όρων φορολογικής ενημερότητας, την πώληση σε τιμή όχι χαμηλότερη από την αξία του ακινήτου και την παρακράτηση από τον συμβολαιογράφο ποσού υπέρ του Δημοσίου, τουλάχιστον 25% της ανεξόφλητης οφειλής, με στόχο να ξεμπλοκάρουν «παγωμένα» ακίνητα και να ενισχυθεί η αγορά.
Πιο αναλυτικά
«Ανάσα» παίρνουν χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι λόγω κατασχέσεων για χρέη προς την εφορία. Η ΑΑΔΕ ενεργοποιεί μέσα στις επόμενες ημέρες τη νέα διαδικασία που επιτρέπει την άρση της κατάσχεσης προκειμένου να ολοκληρωθεί η πώληση ενός ακινήτου, υπό την προϋπόθεση ότι μέρος του τιμήματος θα κατευθύνεται απευθείας στην αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο.
Η νέα ρύθμιση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα διαχρονικό πρόβλημα της αγοράς. Μέχρι σήμερα, ακόμη και όταν υπήρχε ενδιαφερόμενος αγοραστής και η πώληση μπορούσε να οδηγήσει στην εξόφληση μέρους ή και του συνόλου της οφειλής, η κατάσχεση λειτουργούσε ως εμπόδιο, με αποτέλεσμα τα ακίνητα να παραμένουν «παγωμένα» και να μην μπορούν να αλλάξουν χέρια. Με το νέο πλαίσιο, το Δημόσιο διασφαλίζει την είσπραξη μέρους των απαιτήσεών του, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η προσφορά ακινήτων σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής πίεσης.
Η ρύθμιση
Η απόφαση της ΑΑΔΕ, η οποία αναμένεται να εκδοθεί ίσως και εντός της εβδομάδας, θα καθορίζει όλες τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και τα κριτήρια με τα οποία θα προσδιορίζεται το ποσοστό του τιμήματος που θα παρακρατείται υπέρ του Δημοσίου.
Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, η Φορολογική Διοίκηση θα μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, να προχωρά στην άρση της κατάσχεσης που έχει επιβληθεί σε ακίνητο, αποκλειστικά για να ολοκληρωθεί η μεταβίβασή του έναντι τιμήματος. Η διαδικασία ενεργοποιείται μόνο εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Προϋποθέσεις
Βασική προϋπόθεση είναι κατά τον χρόνο της μεταβίβασης να πληρούνται οι όροι χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής. Παράλληλα, το τίμημα της αγοραπωλησίας δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από την εμπορική αξία που είχε προσδιοριστεί όταν επιβλήθηκε η κατάσχεση. Εφόσον η αντικειμενική αξία είναι υψηλότερη από την εμπορική, ως βάση λαμβάνεται η αντικειμενική αξία.
Για παλαιές κατασχέσεις, που έχουν επιβληθεί πριν από περισσότερα από πέντε χρόνια, ο ιδιοκτήτης θα πρέπει να προσκομίσει νέα έκθεση εκτίμησης από ανεξάρτητο πιστοποιημένο εκτιμητή, ώστε να αποτυπώνεται η σημερινή εμπορική αξία του ακινήτου.
Παρακράτηση από το τίμημα
Κομβικό στοιχείο της διαδικασίας αποτελεί η παρακράτηση μέρους του τιμήματος από τον συμβολαιογράφο, ο οποίος θα αποδίδει το σχετικό ποσό απευθείας στη Φορολογική Διοίκηση. Το ποσοστό της παρακράτησης θα καθορίζεται με βάση τη φορολογική συνέπεια του οφειλέτη και τις πιθανότητες είσπραξης της υπόλοιπης οφειλής. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 25% του ανεξόφλητου ποσού για το οποίο έχει επιβληθεί η κατάσχεση.
Εάν από την εφαρμογή των κανόνων προκύπτει ότι πρέπει να αποδοθεί μεγαλύτερο ποσό, τότε θα παρακρατείται το υψηλότερο ποσό. Αν μάλιστα το ποσό που απαιτείται για την άρση της κατάσχεσης υπερβαίνει το τίμημα της πώλησης, τότε θα αποδίδεται στο Δημόσιο ολόκληρο το τίμημα και η κατάσχεση θα αίρεται αποκλειστικά για το συγκεκριμένο ακίνητο, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση.
Εξαίρεση προβλέπεται στις περιπτώσεις όπου οι ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν ήδη καλυφθεί πλήρως με εγγυήσεις ή άλλες εμπράγματες ασφάλειες. Στις περιπτώσεις αυτές δεν θα εφαρμόζεται η ελάχιστη παρακράτηση του 25%, καθώς το Δημόσιο θεωρεί ότι οι απαιτήσεις του είναι ήδη επαρκώς διασφαλισμένες.
Μετά την υποβολή της αίτησης και τον έλεγχο των προϋποθέσεων, η ΑΑΔΕ θα εκδίδει άμεσα την απόφαση άρσης της κατάσχεσης. Με την ίδια απόφαση θα καθορίζονται το ειδικό έντυπο, η διάρκεια ισχύος της άρσης, η διαδικασία που θα ακολουθείται από συμβολαιογράφους και φορολογικές υπηρεσίες, καθώς και τα κριτήρια αξιολόγησης της φορολογικής συνέπειας του οφειλέτη και της εισπραξιμότητας του υπολοίπου της οφειλής.
