Το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο εφαρμόζεται από τον Ιούλιο του 2027, φέρνει νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση του οικονομικού εγκλήματος. Τράπεζες, χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις θα χρειαστεί να αναθεωρήσουν ελέγχους και διαδικασίες, ώστε να προλαμβάνουν αποτελεσματικότερα το ξέπλυμα χρήματος και να εντοπίζουν ύποπτες συναλλαγές. Καθοριστική για την προσπάθεια αυτή αναμένεται να είναι η χρήση αξιόπιστων δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης.

Η φετινή εκδήλωση επικεντρώθηκε στο πώς οι οργανισμοί θα προετοιμαστούν για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο κατά της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο Κανονισμός AMLR θα εφαρμοστεί ως προς τις βασικές διατάξεις του από τις 10 Ιουλίου 2027. Το 2028, η ευρωπαϊκή Αρχή AMLA αναμένεται να αναλάβει την άμεση εποπτεία επιλεγμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών υψηλού κινδύνου, ενώ οι εθνικές εποπτικές αρχές θα εξακολουθήσουν να έχουν κεντρική θέση στο νέο σύστημα.

Στο Ωδείο Αθηνών πραγματοποιήθηκε το 3ο Financial Crime Symposium της Deloitte, με συμμετοχή εκπροσώπων από εποπτικές αρχές, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και επιχειρήσεις. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στις επερχόμενες αλλαγές, στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αγορά και στις τεχνολογικές δυνατότητες.

Τα βασικά σημεία που αναδείχθηκαν στο συνέδριο συνοψίζονται ως εξής:

Προσαρμογή στο νέο κανονιστικό πλαίσιο και ουσιαστικοί έλεγχοι

Οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι η προσαρμογή πρέπει να ξεκινήσει έγκαιρα και να συντονιστεί σε επίπεδο διακυβέρνησης, πολιτικών, διαδικασιών, συστημάτων και ανθρώπινου δυναμικού. Ως πρώτο ουσιαστικό βήμα προτάθηκε η μεθοδική καταγραφή των διαφορών σε σχέση με τις νέες απαιτήσεις και η εκπόνηση σχεδίου προσαρμογής, με σαφείς προτεραιότητες και περιθώριο ευελιξίας για τα τεχνικά πρότυπα και τις εποπτικές οδηγίες που θα εξελίσσονται.

Οι οργανισμοί, σύμφωνα με το βασικό συμπέρασμα, οφείλουν να αποδεικνύουν στην πράξη την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης: ότι εντοπίζουν ύποπτες δραστηριότητες και επιτρέπουν τη λήψη έγκαιρων αποφάσεων με σαφή αιτιολόγηση. Η αξιολόγηση κινδύνου χρειάζεται να καθορίζει τόσο την καθημερινή λειτουργία όσο και τις στρατηγικές επιλογές, ενώ οι έλεγχοι πρέπει να αντιστοιχούν στην πραγματική έκθεση κάθε οργανισμού. Εξίσου σημαντικά είναι η ενεργή εμπλοκή της διοίκησης, ο σαφής καταμερισμός αρμοδιοτήτων, οι επαρκείς πόροι και η ουσιαστική ενημέρωση του διοικητικού συμβουλίου.

Η αξιοποίηση δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης για την πρόληψη

Καθοριστική για την πρόληψη θεωρήθηκε η ποιότητα των δεδομένων. Όταν τα στοιχεία είναι αξιόπιστα, ενημερωμένα και συνοδεύονται από τεκμηρίωση της προέλευσής τους, ενισχύονται η δέουσα επιμέλεια πελατών, η παρακολούθηση συναλλαγών και η πληροφόρηση των εποπτικών αρχών. Νέους κινδύνους μπορεί να αποκαλύψει ταχύτερα και η αναθεώρηση του προφίλ κινδύνου, όταν αλλάζουν τα χαρακτηριστικά ή η συναλλακτική συμπεριφορά των πελατών. Παράλληλα, με στοχευμένους ελέγχους και ανασχεδιασμό διαδικασιών είναι δυνατό να μειωθούν άσκοπες καθυστερήσεις και να βελτιωθεί η εμπειρία του πελάτη.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συνδράμει στη διερεύνηση υποθέσεων, στην ανάλυση εγγράφων και στην παρακολούθηση συναλλαγών, όπως επισημάνθηκε. Για να περάσουν οι πιλοτικές χρήσεις στην καθημερινή λειτουργία, χρειάζονται σαφής στόχος, ορισμός υπευθυνότητας, μετρήσιμα κριτήρια επιτυχίας και αξιόπιστα δεδομένα. Παραμένουν απαραίτητες τόσο η ανθρώπινη εποπτεία όσο και η δυνατότητα εξήγησης και ιχνηλάτησης των αποφάσεων, καθώς την ευθύνη για την τεχνολογία που αξιοποιούν εξακολουθούν να φέρουν οι ίδιοι οι οργανισμοί.

Οι προκλήσεις ανά κλάδο και η σημασία της συνεργασίας

Οι συζητήσεις ανά κλάδο ανέδειξαν πως τα μέτρα πρόληψης χρειάζεται να προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες κάθε επιχειρηματικού μοντέλου. Εξειδικευμένη γνώση και κατάλληλοι έλεγχοι απαιτούνται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινδύνων σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων: από τις πληρωμές και τη διαχείριση πιστώσεων έως την ασφάλιση, τα ακίνητα, τα τυχερά παίγνια, καθώς και την αγορά έργων τέχνης και αρχαιοτήτων.

Η συνεργασία μεταξύ επιχειρησιακών μονάδων, στελεχών κανονιστικής συμμόρφωσης, ομάδων τεχνολογίας και αρμόδιων αρχών αναδείχθηκε ως κοινός παράγοντας. Η ανταλλαγή πληροφοριών, εφόσον τηρούνται οι προβλεπόμενες νομικές εγγυήσεις και προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα, μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό ύποπτης δραστηριότητας και να κάνει αποτελεσματικότερη συνολικά την πρόληψη. Η πρόληψη του οικονομικού εγκλήματος αναγνωρίστηκε συνολικά ως στρατηγική ευθύνη, που ενισχύει την ανθεκτικότητα των οργανισμών, την ακεραιότητα της αγοράς και την εμπιστοσύνη.

Ο Αλέξης Χατζηπαύλου, Partner, Risk, Regulatory & Forensic Leader της Deloitte Ελλάδος, δήλωσε: «Η προετοιμασία για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο απαιτεί σαφείς προτεραιότητες, αξιόπιστα δεδομένα και ελέγχους που λειτουργούν αποτελεσματικά στην πράξη. Είναι μια ευκαιρία για τους οργανισμούς να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους και την εμπιστοσύνη πελατών και συνεργατών.

Παράλληλα, η διαρκής εξέλιξη του οικονομικού εγκλήματος καθιστά αναγκαία τη συνεχή μάθηση, την ανταλλαγή εμπειριών και τη στενότερη συνεργασία. Μέσω του Financial Crime Symposium ενισχύουμε τον διάλογο ανάμεσα στην αγορά και τις εποπτικές αρχές, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινές προκλήσεις και να αναζητήσουμε πρακτικές λύσεις. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ανταποκρινόμαστε αποτελεσματικότερα και να προετοιμαζόμαστε εγκαίρως για όσα έρχονται».