Ο νέος νόμος 5303/2026 αλλάζει ριζικά το κληρονομικό δίκαιο από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026, περιορίζοντας την ευθύνη του κληρονόμου για τα χρέη μόνο έως την αξία της κληρονομιάς και προστατεύοντας έτσι την προσωπική του περιουσία. Παράλληλα, εισάγει κληρονομικές συμβάσεις, μετατρέπει τη νόμιμη μοίρα σε χρηματική απαίτηση, διατηρεί τις ιδιόγραφες διαθήκες με περισσότερες δικλίδες ασφαλείας και ενισχύει τη θέση συζύγων και συντρόφων, με στόχο να μειωθούν οι οικογενειακές διαμάχες και να αξιοποιηθούν πιο εύκολα τα ακίνητα που σήμερα μένουν «παγωμένα».

Πιο αναλυτικά

Για έναν κληρονόμο, η αποδοχή ενός σπιτιού ή ενός οικοπέδου μπορούσε μέχρι σήμερα να κρύβει μια δυσάρεστη έκπληξη. Πίσω από το ακίνητο ενδέχεται να υπήρχαν οφειλές προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία ή το Δημόσιο, οι οποίες δεν ήταν εξαρχής γνωστές και μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και την προσωπική του περιουσία. Ο φόβος αυτός υπήρξε ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους χιλιάδες πολίτες επέλεγαν τα προηγούμενα χρόνια την αποποίηση, ακόμη και όταν η κληρονομιά περιλάμβανε ακίνητα με σημαντική αξία.

Η εικόνα αυτή αλλάζει όμως τώρα με τον νόμο 5303/2026, ο οποίος τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή από χθες και αναμορφώνει εκ βάθρων το Κληρονομικό Δίκαιο. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στον συγκεκριμένο τομέα εδώ και περίπου οκτώ δεκαετίες, καθώς αντικαθίσταται ολόκληρο το Πέμπτο Βιβλίο του Αστικού Κώδικα, δηλαδή το βασικό σώμα των κανόνων που καθορίζει ποιος κληρονομεί, με ποιον τρόπο μοιράζεται η περιουσία και ποια ευθύνη αναλαμβάνει απέναντι στα χρέη του θανόντος.

Ποιον αφορά το νέο καθεστώς

Το κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή των νέων διατάξεων είναι η ημερομηνία θανάτου και όχι το πότε θα γίνει η αποδοχή της κληρονομιάς ή η σχετική φορολογική δήλωση. Ο νέος νόμος εφαρμόζεται στις κληρονομικές σχέσεις προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται από τις 16 Σεπτεμβρίου 2026 και μετά, ενώ για όσους πέθαναν νωρίτερα εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο καθεστώς.

Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι εάν ένας άνθρωπος πέθανε στις 10 Σεπτεμβρίου 2026 και οι συγγενείς του προχωρήσουν σε αποδοχή αρκετούς μήνες αργότερα, η υπόθεση θα αντιμετωπιστεί σύμφωνα με τους παλαιούς κανόνες. Αντίθετα, για θάνατο που επήλθε στις 16 Σεπτεμβρίου ή μετά, εφαρμόζονται οι καινούργιες ρυθμίσεις, ανεξάρτητα από το πότε θα ολοκληρωθούν οι συμβολαιογραφικές και φορολογικές διαδικασίες.

Τα χρέη περιορίζονται μέσα στην ίδια την κληρονομιά

Η αλλαγή με την πιο άμεση πρακτική σημασία είναι ο αυτόματος διαχωρισμός της κληρονομικής περιουσίας από την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Με απλά λόγια, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που αφήνει πίσω του ο θανών αντιμετωπίζονται πλέον ως χωριστό σύνολο, χωρίς να συγχέονται αυτομάτως με όσα έχει αποκτήσει ο κληρονόμος από τη δική του εργασία ή από άλλες πηγές.

Ο κληρονόμος εξακολουθεί να αναλαμβάνει τις οφειλές που συνοδεύουν την κληρονομιά, αλλά η ευθύνη του περιορίζεται μέχρι την αξία της περιουσίας που αποκτά. Τα χρέη, επομένως, δεν διαγράφονται και οι πιστωτές διατηρούν τις αξιώσεις τους, δεν μπορούν όμως να στραφούν χωρίς όριο εναντίον των προσωπικών περιουσιακών στοιχείων του κληρονόμου.

Εάν, για παράδειγμα, κάποιος κληρονομήσει περιουσία αξίας 150.000 ευρώ η οποία συνοδεύεται από συνολικές οφειλές 220.000 ευρώ, η βασική αρχή του νέου πλαισίου είναι ότι δεν θα κληθεί να καλύψει τη διαφορά των 70.000 ευρώ από τις δικές του καταθέσεις, το σπίτι του ή άλλα προσωπικά στοιχεία.

Η ευθύνη του εξαντλείται στην αξία της κληρονομικής περιουσίας, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο να μετατραπεί μια αποδοχή κληρονομιάς σε οικονομική καταστροφή για ολόκληρη την οικογένεια. Η μεταβολή αυτή επιδιώκει να περιορίσει το κύμα αποποιήσεων που παρατηρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Πολλοί πολίτες επέλεγαν να μην αποδεχθούν ακόμη και ένα αξιόλογο ακίνητο, επειδή δεν μπορούσαν να γνωρίζουν με βεβαιότητα εάν υπήρχαν κρυφές οφειλές ή άλλες οικονομικές εκκρεμότητες που θα εμφανίζονταν αργότερα.

Τι αλλάζει στη νόμιμη μοίρα

Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η μετατροπή της νόμιμης μοίρας σε χρηματική αξίωση. Η νόμιμη μοίρα είναι το ελάχιστο τμήμα της κληρονομιάς που ο νόμος επιφυλάσσει για ορισμένους στενούς συγγενείς, ακόμη και όταν ο διαθέτης έχει εκφράσει διαφορετική επιθυμία στη διαθήκη του.

Με το προηγούμενο καθεστώς, η αξίωση αυτή μπορούσε να οδηγήσει τον δικαιούχο στην απόκτηση ποσοστού επάνω στα ίδια τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς. Ένα διαμέρισμα, ένα αγροτεμάχιο ή μια επιχείρηση μπορούσε έτσι να καταλήξει μοιρασμένη σε μικρά ποσοστά μεταξύ πολλών προσώπων, τα οποία δεν είχαν πάντοτε κοινή άποψη για την πώληση, την εκμετάλλευση ή τη συντήρησή της.

Με τη νέα ρύθμιση, ο δικαιούχος της νόμιμης μοίρας αποκτά κατά κανόνα χρηματική απαίτηση που αντιστοιχεί στην αξία του μεριδίου του. Αν, για παράδειγμα, ένα ακίνητο περιέλθει με διαθήκη σε ένα από τα παιδιά, ο άλλος δικαιούχος δεν χρειάζεται να γίνει υποχρεωτικά συνιδιοκτήτης σε ένα μικρό ποσοστό του ίδιου ακινήτου, αλλά μπορεί να αξιώσει το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στη νόμιμη μοίρα του.

Η συγκεκριμένη αλλαγή αποβλέπει στον περιορισμό του κατακερματισμού της ακίνητης περιουσίας, χωρίς να καταργεί την προστασία των στενών συγγενών. Παράλληλα, μπορεί να διευκολύνει τη διατήρηση μιας οικογενειακής επιχείρησης ή μιας παραγωγικής μονάδας ως ενιαίου συνόλου, αποτρέποντας τη διάσπασή της σε μικρά μερίδια που δυσκολεύουν τη λήψη αποφάσεων.

Οι κληρονομικές συμβάσεις πριν από τον θάνατο

Μία ακόμη σημαντική αλλαγή είναι η εισαγωγή των κληρονομικών συμβάσεων, ενός θεσμού που μέχρι σήμερα δεν προβλεπόταν με αυτή τη μορφή στο ελληνικό δίκαιο. Ο άνθρωπος που επιθυμεί να οργανώσει τη διαδοχή της περιουσίας του μπορεί, όσο βρίσκεται εν ζωή, να συνάψει συμφωνία με τους μελλοντικούς νόμιμους κληρονόμους του και να καθορίσει εγκαίρως τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η διανομή. Η δυνατότητα αυτή δεν έχει την ίδια λειτουργία με μια απλή διαθήκη. Η διαθήκη αποτελεί μονομερή πράξη του διαθέτη και μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να μεταβληθεί από τον ίδιο. Η κληρονομική σύμβαση στηρίζεται σε συμφωνία των εμπλεκομένων, με αποτέλεσμα οι πλευρές να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα είναι η τύχη των περιουσιακών στοιχείων.

Η νέα επιλογή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη σε σύνθετες οικογενειακές καταστάσεις. Ένας γονέας με παιδιά από διαφορετικούς γάμους θα μπορεί να οργανώσει τη διανομή με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων, ενώ ο ιδιοκτήτης μιας οικογενειακής επιχείρησης θα έχει τη δυνατότητα να συμφωνήσει ποιος θα αναλάβει τη διοίκησή της και με ποιον τρόπο θα ικανοποιηθούν οικονομικά οι υπόλοιποι κληρονόμοι. Στόχος είναι να περιοριστούν οι συγκρούσεις που ξεσπούν μετά τον θάνατο, όταν κάθε μέλος της οικογένειας ερμηνεύει διαφορετικά τις επιθυμίες του διαθέτη ή διεκδικεί το ίδιο περιουσιακό στοιχείο. Η ύπαρξη μιας συμφωνίας που έχει καταρτιστεί εκ των προτέρων μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και να αποτρέψει δικαστικές διαμάχες που συχνά διαρκούν για χρόνια.

Συμφωνία και μετά τον θάνατο για ταχύτερη διανομή

Το νέο πλαίσιο αναγνωρίζει και τις συμβάσεις που συνάπτουν μεταξύ τους οι κληρονόμοι μετά τον θάνατο. Εάν, για παράδειγμα, η περιουσία περιλαμβάνει δύο διαμερίσματα, ένα οικόπεδο και χρηματικές καταθέσεις, οι συγκληρονόμοι μπορούν να συμφωνήσουν πώς θα κατανεμηθούν, χωρίς να χρειαστεί να αποκτήσουν πρώτα όλοι ποσοστό επάνω σε κάθε στοιχείο και να ακολουθήσουν στη συνέχεια νέες πράξεις για την οριστική μοιρασιά. Η σχετική σύμβαση μπορεί να επέχει θέση αποδοχής της κληρονομιάς, με τον κάθε κληρονόμο να καταβάλλει τον φόρο που αντιστοιχεί σε όσα περιέρχονται τελικά σε αυτόν. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να περιοριστούν οι αλλεπάλληλες συμβολαιογραφικές πράξεις και οι επαναλαμβανόμενες διαδικασίες ενώπιον της Φορολογικής Διοίκησης και του Κτηματολογίου.

Η πρακτική σημασία της ρύθμισης είναι μεγάλη, καθώς πολλές κληρονομικές υποθέσεις παρέμεναν σε εκκρεμότητα λόγω του κόστους, της γραφειοκρατίας και της αδυναμίας συνεννόησης. Η δυνατότητα μιας ενιαίας συμφωνίας μπορεί να επιταχύνει την ολοκλήρωση της διανομής, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι καταλήγουν σε κοινά αποδεκτή λύση.

Οι ιδιόγραφες διαθήκες δεν καταργούνται

Παρά τις αλλαγές που είχαν συζητηθεί το προηγούμενο διάστημα, η ιδιόγραφη διαθήκη παραμένει σε ισχύ. Πρόκειται για τη διαθήκη που συντάσσεται από τον ίδιο τον διαθέτη χωρίς την παρουσία συμβολαιογράφου και εξακολουθεί να αποτελεί νόμιμο τρόπο έκφρασης της τελευταίας του βούλησης. Η διατήρησή της συνοδεύεται από πρόσθετες εγγυήσεις για την προστασία της οικογένειας και τον περιορισμό του κινδύνου αμφισβητήσεων ή καταχρήσεων. Οι ιδιόγραφες διαθήκες αποτελούσαν συχνά αιτία μακροχρόνιων δικαστικών συγκρούσεων, με συγγενείς να αμφισβητούν τη γνησιότητα, τις συνθήκες σύνταξης ή ακόμη και την πνευματική κατάσταση του διαθέτη.

Το νέο καθεστώς διατηρεί, επομένως, έναν απλό και ευρέως χρησιμοποιούμενο τρόπο σύνταξης διαθήκης, επιχειρώντας ταυτόχρονα να ενισχύσει την ασφάλεια γύρω από τη δημοσίευση και την εφαρμογή της. Δεν υποχρεώνει κάθε πολίτη να απευθυνθεί σε συμβολαιογράφο, θέτει όμως αυξημένες δικλίδες σε ένα πεδίο όπου καταγράφονταν συχνά οικογενειακές αντιδικίες.

Μεγαλύτερη προστασία για συζύγους και συντρόφους

Οι νέοι κανόνες επιχειρούν επίσης να προσαρμόσουν την κληρονομική διαδοχή στις σημερινές μορφές οικογενειακής ζωής. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θέση του επιζώντος συζύγου ή συντρόφου, ώστε άνθρωποι που είχαν κοινή ζωή και κοινή κατοικία με τον θανόντα να μη μένουν χωρίς επαρκή προστασία.

Στο ίδιο πλαίσιο ενισχύεται η προστασία της οικογενειακής στέγης σε περίπτωση θανάτου του μισθωτή και επεκτείνονται σχετικές προβλέψεις στον σύντροφο με σύμφωνο συμβίωσης. Παράλληλα, θεσπίζεται διαδικασία για τη βεβαίωση κληρονομικού δικαιώματος συντρόφου σε ελεύθερη ένωση, ώστε οι πραγματικές οικογενειακές σχέσεις να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το δίκαιο με συγκεκριμένους κανόνες και αποδεικτικές προϋποθέσεις.

Πώς μπορούν να επηρεαστούν τα ακίνητα

Οι αλλαγές τέλος δεν αφορούν μόνο τις σχέσεις στο εσωτερικό μιας οικογένειας, αλλά μπορεί να έχουν συνέπειες και στην αγορά ακινήτων. Χιλιάδες κατοικίες, οικόπεδα και επαγγελματικοί χώροι παραμένουν αναξιοποίητα επειδή οι κληρονόμοι διαφωνούν, δεν έχουν ολοκληρώσει την αποδοχή ή κατέχουν τόσο μικρά ποσοστά ώστε καμία ουσιαστική απόφαση να μην μπορεί να ληφθεί. Ένα ακίνητο με πέντε ή έξι συνιδιοκτήτες μπορεί να μείνει κλειστό για χρόνια, επειδή ένας δεν συναινεί στην εκμίσθωση, άλλος ζητά πώληση και κάποιος τρίτος αδυνατεί να καλύψει τις φορολογικές ή επισκευαστικές υποχρεώσεις. 

Οι συμβάσεις διανομής, η μετατροπή της νόμιμης μοίρας σε χρηματική απαίτηση και ο περιορισμός του κινδύνου από τα κληρονομικά χρέη μπορούν να διευκολύνουν την ταχύτερη εκκαθάριση τέτοιων υποθέσεων. Παράγοντες της κτηματαγοράς εκτιμούν ότι μέρος αυτών των ακινήτων θα μπορούσε σταδιακά να επιστρέψει στην ενεργό αγορά, είτε προς πώληση είτε προς ενοικίαση. Σε μια περίοδο κατά την οποία η περιορισμένη προσφορά κατοικιών πιέζει τις τιμές και τα ενοίκια, ακόμη και μια μερική αξιοποίηση αυτού του αποθέματος θα είχε πρακτική σημασία.