Το υπουργείο Εργασίας ετοιμάζει αλλαγές που θα ανοίξουν τα επαγγελματικά ταμεία ασφάλισης σε περισσότερους εργαζόμενους και ελεύθερους επαγγελματίες, μέσω πολυεργοδοτικών σχημάτων που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή ασφαλισμένων από διαφορετικές επιχειρήσεις και κλάδους. Στόχος είναι να ενισχυθεί ο δεύτερος πυλώνας ασφάλισης και να προσφερθεί ένα πρόσθετο εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση, με εκτιμώμενη συμπληρωματική σύνταξη 200 έως 300 ευρώ τον μήνα για όσους συμμετέχουν για 20-25 χρόνια.
Πιο αναλυτικά
Τη δυνατότητα να αποκτήσουν ένα δεύτερο συμπληρωματικό εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση αναμένεται να έχουν χιλιάδες εργαζόμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που σήμερα δεν διαθέτουν πρόσβαση σε επαγγελματικά ταμεία ασφάλισης. Οι αλλαγές που ετοιμάζει το υπουργείο Εργασίας διευρύνουν σημαντικά τη βάση συμμετοχής, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δημιουργία πολυεργοδοτικών ταμείων και τη συμμετοχή ασφαλισμένων από διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας.
Η παρέμβαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για τις μελλοντικές συντάξεις γίνεται όλο και πιο έντονη. Η γήρανση του πληθυσμού, η μείωση των γεννήσεων και οι πιέσεις που ασκούνται στα δημόσια ασφαλιστικά συστήματα οδηγούν πολλές ευρωπαϊκές χώρες στην ενίσχυση των συμπληρωματικών μορφών ασφάλισης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι αλλαγές που προωθούνται στην Ελλάδα, με στόχο να αποκτήσουν περισσότεροι ασφαλισμένοι πρόσβαση στον λεγόμενο δεύτερο πυλώνα ασφάλισης.
Σήμερα, η συμμετοχή στα επαγγελματικά ταμεία παραμένει περιορισμένη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η δομή της ελληνικής οικονομίας. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρού μεγέθους και δεν διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό εργαζομένων ώστε να δημιουργήσει και να υποστηρίξει αυτόνομα ένα επαγγελματικό ταμείο.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει η νέα ρύθμιση. Μέσα από τα πολυεργοδοτικά ταμεία, εργαζόμενοι από πολλές διαφορετικές επιχειρήσεις θα μπορούν να συμμετέχουν στο ίδιο ασφαλιστικό σχήμα. Στην πράξη, ένας υπάλληλος που εργάζεται σε μια μικρή εταιρεία και μέχρι σήμερα δεν είχε καμία δυνατότητα πρόσβασης σε επαγγελματικό ταμείο, θα μπορεί να ασφαλίζεται σε ένα μεγαλύτερο κοινό σχήμα μαζί με εργαζόμενους άλλων επιχειρήσεων.
Η λογική πίσω από το μοντέλο είναι ότι τα μεγαλύτερα ταμεία διαθέτουν καλύτερες δυνατότητες διαχείρισης κεφαλαίων, χαμηλότερο λειτουργικό κόστος και μεγαλύτερη ευχέρεια στη διαμόρφωση επενδυτικής στρατηγικής. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε καλύτερες αποδόσεις για τους ασφαλισμένους σε βάθος χρόνου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη για τη συμμετοχή ελεύθερων επαγγελματιών. Πρόκειται για μια κατηγορία ασφαλισμένων που συχνά βλέπει τις μελλοντικές συνταξιοδοτικές αποδοχές της να παραμένουν χαμηλές, καθώς οι εισφορές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου είναι συνήθως περιορισμένες. Για πολλούς επαγγελματίες, τα επαγγελματικά ταμεία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένας πρόσθετος μηχανισμός αποταμίευσης και ενίσχυσης του μελλοντικού εισοδήματος.
Ένα ακόμη στοιχείο που περιλαμβάνεται στις αλλαγές αφορά τη δυνατότητα μεταφοράς ασφαλιστικών δικαιωμάτων από το ένα επαγγελματικό ταμείο στο άλλο. Η πρόβλεψη αυτή θεωρείται σημαντική, καθώς η αγορά εργασίας έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια και οι εργαζόμενοι μετακινούνται πολύ συχνότερα μεταξύ διαφορετικών εργοδοτών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
Με το νέο σύστημα, η αλλαγή εργασίας δεν θα σημαίνει απαραίτητα και απώλεια της ασφαλιστικής συνέχειας ή εγκλωβισμό σε ένα συγκεκριμένο ταμείο. Αντίθετα, θα δίνεται η δυνατότητα μεταφοράς των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, διευκολύνοντας τη διατήρηση του ασφαλιστικού ιστορικού.
Το ύψος της παροχής που μπορεί να εξασφαλίσει ένας ασφαλισμένος εξαρτάται από σειρά παραγόντων. Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα χρόνια συμμετοχής, οι εισφορές που θα καταβάλλονται, η ηλικία συνταξιοδότησης αλλά και οι αποδόσεις που θα επιτυγχάνει το ίδιο το ταμείο μέσα από τη διαχείριση των κεφαλαίων του.
Με τα σημερινά δεδομένα της αγοράς, εκτιμάται ότι ένας ασφαλισμένος που συμμετέχει σε επαγγελματικό ταμείο για περίπου 20 έως 25 χρόνια θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια πρόσθετη σύνταξη της τάξης των 200 έως 300 ευρώ μηνιαίως. Το ποσό αυτό δεν υποκαθιστά την κύρια σύνταξη, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως σημαντικό συμπλήρωμα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις χαμηλότερων ασφαλιστικών αποδοχών.
Το μεγάλο ζητούμενο πλέον είναι αν το νέο πλαίσιο θα καταφέρει να προσελκύσει μαζικά εργαζόμενους και επαγγελματίες. Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η επιτυχία τέτοιων θεσμών εξαρτάται όχι μόνο από τα φορολογικά ή ασφαλιστικά κίνητρα, αλλά και από το κατά πόσο οι ασφαλισμένοι πείθονται ότι αξίζει να επενδύσουν σήμερα ένα μέρος του εισοδήματός τους για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια στο μέλλον.
