Οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται σε έντονη πίεση, καθώς η ρευστότητα μειώνεται, το λειτουργικό κόστος παραμένει υψηλό και τα ληξιπρόθεσμα χρέη αυξάνονται, σύμφωνα με έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ. Παρά τη συγκρατημένη σταθερότητα στις προσδοκίες και τη σχετικά ανθεκτική απασχόληση, το οικονομικό κλίμα επιδεινώνεται, με πολλές επιχειρήσεις να προχωρούν ήδη σε ανατιμήσεις και σχεδόν τις μισές να διαθέτουν ελάχιστο ή καθόλου «μαξιλάρι» ρευστότητας.
Πιο αναλυτικά
Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκονται οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με την έλλειψη ρευστότητας, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές να περιορίζουν τις αντοχές τους και να ψαλιδίζουν τις προσδοκίες για το επόμενο διάστημα. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (48%) δηλώνουν ότι η ρευστότητά τους μειώθηκε περαιτέρω το πρώτο εξάμηνο του 2026, ενώ μόλις το 16,4% κατέγραψε βελτίωση.
Την ίδια ώρα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές κινούνται ανοδικά. Περισσότερες από τρεις στις δέκα επιχειρήσεις (30,9%) είχαν μία ή περισσότερες καθυστερημένες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά το πρώτο μισό του έτους, ενώ το 13,3% βαρύνεται με τρεις ή περισσότερες. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις εύθραυστες οικονομικές ισορροπίες με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπο ένα σημαντικό τμήμα της μικρής επιχειρηματικότητας.
Τα στοιχεία προκύπτουν από την έρευνα του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ) για το οικονομικό κλίμα, η οποία καταγράφει υποχώρηση του σχετικού δείκτη στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 56,5 μονάδες, από 59,2 μονάδες το προηγούμενο εξάμηνο.
Ο Δείκτης Προσδοκιών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος, στις 58,7 μονάδες από 58,3, επιβεβαιώνοντας περισσότερο ένα κλίμα συγκρατημένης αναμονής παρά προσδοκίες ουσιαστικής ανάκαμψης. Συνολικά, οι δύο δείκτες σκιαγραφούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι πιέσεις μπορεί να εμφανίζουν επιμέρους σημάδια αποκλιμάκωσης, χωρίς όμως να υποχωρούν ουσιαστικά, καθώς οι επιχειρήσεις παραμένουν εκτεθειμένες στο υψηλό λειτουργικό κόστος, στη στενότητα ρευστότητας και στην υποτονική ζήτηση.
Το κόστος πιέζει
Το λειτουργικό κόστος παραμένει ο κυριότερος επιβαρυντικός παράγοντας. Σε σύγκριση με το 2025, το 73,3% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι πληρώνει ακριβότερα την ηλεκτρική ενέργεια, το 73,2% τα καύσιμα και το 77,5% τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες. Οι μεσοσταθμικές αυξήσεις του κόστους υπολογίζονται σε 26,03% για την ηλεκτρική ενέργεια, 27,75% για τα καύσιμα και 24,75% για τις πρώτες ύλες και τις προμήθειες.
Αυξήσεις τιμών
Μέρος της επιβάρυνσης περνά ήδη στις τελικές τιμές. Το 40,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων προχώρησε σε ανατιμήσεις προϊόντων και υπηρεσιών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι μόλις 7,2% που μείωσε τις τιμές του. Η εξέλιξη αυτή ανακόπτει τη σταδιακή αποκλιμάκωση που είχε καταγραφεί τα προηγούμενα πέντε εξάμηνα. Οι πιέσεις στις τιμές αναμένεται μάλιστα να συνεχιστούν, καθώς το 27,2% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι σχεδιάζει νέες αυξήσεις τιμών κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Επίσης, το 21,8% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν διαθέτει καθόλου ρευστά διαθέσιμα, ενώ ένα επιπλέον 22,9% διαθέτει αποθέματα που επαρκούν το πολύ για έναν μήνα. Συνολικά, δηλαδή, σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις (44,7%) έχει μηδενικό ή το πολύ έναν μήνα «μαξιλάρι» ρευστότητας. Την ίδια στιγμή, περιορισμένη παραμένει η πρόσβαση στα χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς μόλις το 6% των πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων έλαβε δάνειο από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Αντέχει η απασχόληση
Αντίβαρο στη συνολικά πιεστική εικόνα αποτελεί η αγορά εργασίας. Οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις (81,1%) διατήρησαν σταθερό τον αριθμό των εργαζομένων τους, ενώ το ισοζύγιο της απασχόλησης παρέμεινε θετικό: το 12,3% αύξησε το προσωπικό του, έναντι 6,5% που προχώρησε σε μειώσεις.
