Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό και δύσκολο στοίχημα: να χαράξει στρατηγική απέναντι στην οικονομική πίεση της Κίνας και την επιθετική βιομηχανική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα να συμφωνήσει στον νέο επταετή προϋπολογισμό της, που έχει ήδη προκαλέσει βαθιές διαφωνίες μεταξύ Βορρά και Νότου. Οι μεν ζητούν περισσότερα κονδύλια για άμυνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα, οι δε θέλουν να διατηρηθούν οι παραδοσιακές δαπάνες για αγροτική πολιτική και συνοχή, με το πολιτικό αδιέξοδο να δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο από την άνοδο του λαϊκισμού και τις πιέσεις στο εσωτερικό των κυβερνήσεων.
Πιο αναλυτικά
Δεν είναι εύκολο να είσαι ηγέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή την περίοδο. Τη μία ημέρα πρέπει να βρεις απάντηση στην οικονομική πίεση της Κίνας. Την επόμενη, πρέπει να συμφωνήσεις ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Αυτό ακριβώς είναι το διπλό στοίχημα της Συνόδου στις Βρυξέλλες, όπου οι «27» καλούνται να συζητήσουν τόσο την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης όσο και τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ, ο οποίος εξελίσσεται ήδη σε μία από τις δυσκολότερες εσωτερικές διαπραγματεύσεις της χρονιάς.
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Από τη μία, η Κίνα ενισχύει την κυριαρχία της σε κρίσιμους βιομηχανικούς τομείς. Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μια πιο επιθετική οικονομική και βιομηχανική πολιτική, ενώ η άνοδος λαϊκιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων των κυβερνήσεων στο εσωτερικό.
Η προειδοποίηση Φον ντερ Λάιεν
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, περιέγραψε το διεθνές περιβάλλον με ιδιαίτερα βαριές λέξεις, κάνοντας λόγο για «γεωπολιτικό κατακερματισμό, οικονομική αναδιάταξη και ταχεία τεχνολογική αλλαγή».
Η δήλωσή της έγινε πριν από τη Σύνοδο της G7 στο Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας, η οποία άνοιξε μια εβδομάδα έντονης διπλωματικής κινητικότητας και κορυφώνεται τώρα στις Βρυξέλλες.
Σε αντίθεση με τη G7, όπου κυριάρχησαν τα πιο άμεσα διεθνή ζητήματα, όπως το ειρηνευτικό σχέδιο για το Ιράν, η στρατιωτική στήριξη στην Ουκρανία και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η ευρωπαϊκή σύνοδος έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Στόχος είναι οι ηγέτες να κάνουν ένα βήμα πίσω και να δουν τη μεγάλη εικόνα: πώς μπορεί η Ευρώπη να παραμείνει οικονομικά ισχυρή σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια.
Η Κίνα πιέζει την Ευρώπη εκεί που κάποτε κυριαρχούσε
Η άνοδος της Κίνας βρίσκεται στο επίκεντρο του προβληματισμού. Οι κινεζικές βιομηχανίες έχουν γίνει εξαιρετικά ισχυρές σε τομείς όπου η Ευρώπη είχε παραδοσιακά μεγάλο βάρος, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και οι καθαρές τεχνολογίες.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν δασμούς, επιδοτήσεις και βιομηχανική πολιτική για να προσελκύσουν επενδύσεις και παραγωγή μακριά από την Ευρώπη.
Για αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αυτό σημαίνει ότι η ΕΕ δεν μπορεί να συνεχίσει να ξοδεύει χρήματα με τη λογική του παρελθόντος. Χρειάζεται περισσότερα κονδύλια για άμυνα, καινοτομία, ενεργειακή ανθεκτικότητα, έρευνα και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Όπως ανέφερε ανώτερος διπλωμάτης χώρας που στηρίζει αυτή τη γραμμή, «πρέπει να μπορούμε να προσαρμόζουμε τον προϋπολογισμό μας στις νέες προτεραιότητες και να κατανέμουμε περισσότερους ίδιους πόρους, αντί να μένουμε κολλημένοι σε ξεπερασμένα πλαίσια».
Το μεγάλο ρήγμα στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό
Η συζήτηση για την Κίνα συνδέεται άμεσα με τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ, ο οποίος εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στα 2 τρισ. ευρώ.
Τα χρήματα αυτά καλύπτουν από αγροτικές επιδοτήσεις και περιφερειακές ενισχύσεις μέχρι πολιτιστικά προγράμματα, νέους δρόμους, βιομηχανικά έργα και επενδύσεις στρατηγικής σημασίας.
Όμως οι κυβερνήσεις της ΕΕ χωρίζονται πλέον σε δύο μεγάλα στρατόπεδα.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται κυρίως χώρες του Βορρά και της Δύσης, όπως η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία και η Αυστρία, οι οποίες ζητούν μικρότερο και πιο ευέλικτο προϋπολογισμό. Στο παρελθόν αποκαλούνταν «φειδωλοί». Πλέον αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι του εκσυγχρονισμού», επειδή θέλουν τα χρήματα της ΕΕ να κατευθυνθούν σε νέες προτεραιότητες.
Από την άλλη πλευρά βρίσκονται χώρες του Νότου και της Ανατολής, που ζητούν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ταμείο και υπερασπίζονται τις παραδοσιακές δαπάνες για αγροτική πολιτική και συνοχή. Αυτές οι χώρες αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι της συνοχής», δηλαδή της χρηματοδότησης για τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης.
«Δεν μπορούμε να μιλάμε σαν να είναι ακόμη 2008»
Το επιχείρημα των χωρών που ζητούν αλλαγή πορείας είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει με προτεραιότητες άλλης εποχής.
Όπως ανέφερε διπλωμάτης χώρας που κινείται στη μέση της διαπραγμάτευσης, ορισμένες πρωτεύουσες «μιλούν ακόμη σαν να είναι 2008 και να μην υπάρχει καμία απειλή».
Κατά την ίδια λογική, η Ευρώπη έχει ήδη χρηματοδοτήσει δρόμους, γέφυρες και υποδομές και τώρα πρέπει να επενδύσει περισσότερο σε παραμεθόριες περιοχές, άμυνα και ασφάλεια.
Η ένταση αυτή αποτυπώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα: οι Ευρωπαίοι ηγέτες μιλούν συνεχώς για στρατηγική αυτονομία, ανταγωνιστικότητα και οικονομική ασφάλεια, αλλά όταν φτάνει η ώρα του προϋπολογισμού, η συζήτηση επιστρέφει στις παραδοσιακές γραμμές άμυνας.
Η πρόταση της Κύπρου και οι αντιδράσεις
Στο τραπέζι βρίσκεται το τελευταίο διαπραγματευτικό κείμενο που παρουσίασε η Κύπρος, στο πλαίσιο της εξάμηνης προεδρίας της στο Συμβούλιο της ΕΕ.
Σύμφωνα με το κείμενο, το συνολικό μερίδιο των δαπανών για γεωργία και περιφερειακή πολιτική μειώνεται από το 60% του σημερινού προϋπολογισμού στο 41,4%.
Ωστόσο, οι χώρες που υπερασπίζονται τις παραδοσιακές πολιτικές θεωρούν ότι οι μειώσεις αυτές είναι ήδη πολύ μεγάλες. Ο Ιταλός υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Τομάζο Φότι, δήλωσε ότι «δεν θεωρούμε πως οι παραδοσιακές πολιτικές προστατεύονται επαρκώς».
Από την άλλη πλευρά, το βόρειο μπλοκ θεωρεί ότι η προτεινόμενη μείωση 2% στο συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού δεν είναι αρκετή. Υπάρχει επίσης δυσαρέσκεια επειδή, σύμφωνα με διπλωμάτες, οι περισσότερες περικοπές φαίνεται να πλήττουν την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και την αναπτυξιακή βοήθεια, ενώ οι περιφερειακές δαπάνες ενισχύονται κατά 5 δισ. ευρώ στον επόμενο κύκλο.
Το πολιτικό αδιέξοδο
Παρά τις πιέσεις για πιο φιλόδοξο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρούς εσωτερικούς περιορισμούς.
Η άνοδος εθνικιστικών και ακροδεξιών κομμάτων καθιστά πολιτικά δύσκολη την αύξηση των εισφορών προς τις Βρυξέλλες. Όπως είπε ένας δυτικοευρωπαίος διπλωμάτης, «πώς μπορούμε να πούμε στους ψηφοφόρους ότι θέλουμε να βάλουμε περισσότερα χρήματα από όσα παίρνουμε πίσω;».
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι η λαϊκιστική δεξιά έχει βρει νέο αφήγημα: ότι τα χρήματα των πολιτών «φεύγουν για τις Βρυξέλλες» και για μια γραφειοκρατία που παρουσιάζεται ως αποκομμένη από την κοινωνία.
Αυτός είναι ο πραγματικός πολιτικός κόμπος για την ΕΕ. Όλοι αναγνωρίζουν ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Όλοι μιλούν για Κίνα, Ρωσία, ΗΠΑ, τεχνολογία, άμυνα και ασφάλεια. Όταν όμως έρχεται η ώρα να αποφασιστεί ποιος θα πληρώσει και ποιος θα χάσει από τις περικοπές, η ενότητα δοκιμάζεται.
Η Ευρώπη ψάχνει στρατηγική πριν να είναι αργά
Η Σύνοδος των Βρυξελλών δεν αναμένεται να λύσει όλα τα μεγάλα ζητήματα. Μπορεί όμως να δώσει πολιτική κατεύθυνση σε μια διαπραγμάτευση που θα καθορίσει πώς θα κινηθεί η Ευρώπη από το 2028 και μετά.
Για τους ηγέτες της ΕΕ, το ερώτημα είναι πλέον υπαρξιακό: μπορεί η Ευρώπη να ανταγωνιστεί την Κίνα και τις ΗΠΑ, να χρηματοδοτήσει την άμυνά της, να στηρίξει τη βιομηχανία της και ταυτόχρονα να προστατεύσει τις παραδοσιακές πολιτικές που κρατούν ενωμένο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα;
Η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο στις δηλώσεις. Θα δοθεί στον προϋπολογισμό.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
