Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η Ελλάδα παρέμεινε και φέτος στην 50ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης ανταγωνιστικότητας του IMD, με τη γενική εικόνα να δείχνει στασιμότητα και επιδείνωση σε κρίσιμους τομείς όπως η κυβερνητική αποτελεσματικότητα και οι υποδομές. Παρά ορισμένα θετικά στοιχεία, όπως η ισχυρή παρουσία του τουρισμού, η εξαγωγική διασπορά και ορισμένοι δείκτες της εκπαίδευσης, η έκθεση αναδεικνύει σοβαρές αδυναμίες σε χρέος, ανεργία, φορολογικό περιβάλλον και σύνδεση πανεπιστημίων με την αγορά, επισημαίνοντας την ανάγκη για στοχευμένες μεταρρυθμίσεις ώστε η χώρα να βελτιώσει ουσιαστικά τη διεθνή της θέση.

Πιο αναλυτικά

Αμετάβλητη παρέμεινε η θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη ανταγωνιστικότητας του International Institute for Management Development (IMD), καθώς για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά καταλαμβάνει την 50ή θέση μεταξύ 70 οικονομιών που αξιολογούνται διεθνώς.

Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης World Competitiveness Yearbook 2026, τα οποία δημοσιοποίησε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ) ως εθνικός εκπρόσωπος του IMD στη χώρα μας, δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία παραμένει στάσιμη σε όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας, παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που καταγράφονται σε συγκεκριμένους δείκτες.

Σε σύγκριση με το 2025, η Ελλάδα δεν μεταβάλλει τη θέση της, ωστόσο βρίσκεται τρεις θέσεις χαμηλότερα σε σχέση με το 2024, ενώ την τελευταία πενταετία κινείται σταθερά μεταξύ της 47ης και της 50ής θέσης. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα κατατάσσεται 21η μεταξύ των κρατών-μελών που συμμετέχουν στην έρευνα, βελτιώνοντας οριακά τη θέση της σε σχέση με πέρυσι.

Στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης βρίσκονται η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ελβετία, ενώ ακολουθούν η Ταϊβάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι εννέα από τις δέκα πρώτες θέσεις καταλαμβάνονται από σχετικά μικρές οικονομίες, στοιχείο που, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, αποδεικνύει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το μέγεθος μιας χώρας, αλλά κυρίως από την ποιότητα των θεσμών, το επιχειρηματικό περιβάλλον και την ικανότητα προσαρμογής στις διεθνείς εξελίξεις.

Η εικόνα της Ελλάδας στις επιμέρους κατηγορίες εμφανίζει μεικτά χαρακτηριστικά. Η καλύτερη επίδοση καταγράφεται στην «Οικονομική Αποδοτικότητα», όπου η χώρα βελτιώνεται κατά δύο θέσεις και ανεβαίνει στην 51η θέση. Αντίθετα, σημαντική επιδείνωση παρουσιάζει ο δείκτης «Κυβερνητική Αποτελεσματικότητα», στον οποίο η Ελλάδα υποχωρεί από την 53η στην 59η θέση.

Στην κατηγορία της «Επιχειρηματικής Αποτελεσματικότητας», η χώρα παραμένει αμετάβλητη στην 53η θέση, ενώ στις «Υποδομές» καταγράφεται νέα υποχώρηση από την 40ή στην 44η θέση, η οποία αποτελεί τη χειρότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας.

Η έκθεση καταγράφει επίσης τα βασικά πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Στα ισχυρά σημεία συγκαταλέγονται η εξαγωγική διασπορά της χώρας προς τους βασικούς εμπορικούς προορισμούς, όπου η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη παγκοσμίως, καθώς και η συμβολή του τουρισμού στην οικονομία, που την τοποθετεί στην όγδοη θέση διεθνώς.

Θετική αξιολόγηση λαμβάνει επίσης η ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος σε συγκεκριμένους δείκτες, καθώς η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη παγκοσμίως στην αναλογία μαθητών προς δασκάλους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και δεύτερη στη δευτεροβάθμια.

Στην αντίπερα όχθη, οι μεγαλύτερες αδυναμίες εντοπίζονται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στο υψηλό ποσοστό ανεργίας, στο δημόσιο χρέος, αλλά και στο φορολογικό περιβάλλον. Παράλληλα, η χώρα εμφανίζει χαμηλές επιδόσεις στη σύνδεση πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, στη μεταφορά τεχνογνωσίας και στην αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων μαθητείας.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η αξιολόγηση της εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στην 65η θέση ως προς την αποτελεσματικότητα των διοικητικών συμβουλίων στην εποπτεία των επιχειρήσεων.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έκθεσης, η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λουκία Σαράντη, επισήμανε ότι η διατήρηση της χώρας στην 50ή θέση καταδεικνύει πως εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά εμπόδια που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Όπως σημείωσε, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο και την επιχειρηματική της βάση, ωστόσο απαιτούνται πιο στοχευμένες πολιτικές στην παραγωγή, την καινοτομία, τις δεξιότητες, την ενεργειακή ανταγωνιστικότητα και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει αντοχές και ορισμένα ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, ωστόσο εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτές τις δυνατότητες σε διατηρήσιμη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της. Η στασιμότητα των τελευταίων ετών αποτυπώνει ότι η απόσταση από τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες παραμένει σημαντική και ότι οι μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς εξακολουθούν να αποτελούν βασική προϋπόθεση για την αναβάθμιση της θέσης της χώρας τα επόμενα χρόνια.