Η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας σε BBB+, με σταθερό outlook, αναγνωρίζοντας τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, την ισχυρή ανάπτυξη και τη γρήγορη αποκλιμάκωση του χρέους, το οποίο εκτιμά ότι θα υποχωρήσει από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025 κοντά στο 110% έως το 2031. Παρά τη θετική εικόνα, ο οίκος επισημαίνει ότι παραμένουν αδυναμίες όπως το υψηλό χρέος, τα εξωτερικά ελλείμματα και οι διαρθρωτικές προκλήσεις, με το επόμενο στοίχημα να είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής προόδου σε πιο παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία.

Πιο αναλυτικά

Η Ελλάδα κάνει ένα ακόμη βήμα στην επιστροφή της στις ανεπτυγμένες οικονομίες, καθώς η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε BBB+ από BBB, διατηρώντας παράλληλα σταθερό outlook.

Η απόφαση του οίκου αξιολόγησης αποτυπώνει τη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, τη γρήγορη αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους και την ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, παρά τις διεθνείς αναταράξεις.

Η νέα αξιολόγηση αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί από την περίοδο της κρίσης χρέους και πλέον αξιολογείται από τους διεθνείς οίκους ως μια οικονομία με ισχυρότερες βάσεις, καλύτερη πρόσβαση στις αγορές και μεγαλύτερη αξιοπιστία.

Το χρέος μειώνεται με ταχείς ρυθμούς

Το βασικό στοιχείο που οδήγησε την Scope στην αναβάθμιση είναι η πορεία του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Ο οίκος επισημαίνει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική δημοσιονομική βελτίωση, η οποία στηρίζεται στα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, στη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, στην ψηφιοποίηση των ελεγκτικών μηχανισμών και στη συνετή διαχείριση των δημόσιων δαπανών.

Το 2025 η χώρα κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, επιδόσεις που συγκαταλέγονται στις ισχυρότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Scope εκτιμά ότι η δημοσιονομική εικόνα θα παραμείνει ισχυρή και τα επόμενα χρόνια, με το δημόσιο χρέος να συνεχίζει την καθοδική του πορεία.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του οίκου, το ελληνικό χρέος αναμένεται να υποχωρήσει από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025, περίπου στο 136% το 2026, ενώ έως το 2031 εκτιμάται ότι θα περιοριστεί κοντά στο 110% του ΑΕΠ.

Η αποκλιμάκωση αυτή βασίζεται στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της οικονομίας και στο ευνοϊκό προφίλ του ελληνικού χρέους.

Ένα ακόμη πλεονέκτημα για την Ελλάδα είναι η δομή των υποχρεώσεών της. Περίπου το 70% του δημοσίου χρέους βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών με ευνοϊκούς όρους, ενώ η μέση διάρκεια αποπληρωμής φτάνει τα 18,3 χρόνια.

Παράλληλα, τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας ανέρχονται περίπου στα 31 δισ. ευρώ, ποσό που λειτουργεί ως σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε πιθανές αναταράξεις στις αγορές.

Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρώπη

Η δεύτερη μεγάλη παράμετρος της αναβάθμισης αφορά τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τη Scope, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με μέσο ρυθμό 2,1% την περίοδο 2023-2025, ξεπερνώντας σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος διαμορφώθηκε περίπου στο 1%.

Ο οίκος εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει θετική τα επόμενα χρόνια, προβλέποντας ρυθμούς 1,9% το 2026 και 1,7% το 2027.

Η ανάπτυξη στηρίζεται στην ισχυρή τουριστική δραστηριότητα, στην αύξηση των επενδύσεων, στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και στη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Ταμείο Ανάκαμψης, από το οποίο η Ελλάδα έχει ήδη λάβει 24,6 δισ. ευρώ έως τον Ιούνιο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 70% των διαθέσιμων κονδυλίων.

Οι επενδύσεις αυτές κατευθύνονται σε έργα υποδομών, ψηφιακό μετασχηματισμό, ενεργειακή μετάβαση και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας.

Η φορολογική αλλαγή που ενίσχυσε τα δημόσια έσοδα

Η Scope ξεχωρίζει επίσης τη σημαντική βελτίωση στη λειτουργία της φορολογικής διοίκησης.

Η ψηφιοποίηση των διαδικασιών και η καλύτερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής έχουν ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να συγκεντρώνει έσοδα, μειώνοντας παράλληλα την εξάρτηση από έκτακτες παρεμβάσεις.

Το φορολογικό έσοδο ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025.

Αντίστοιχα, τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% του ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 9,5% το 2025.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί έναν από τους λόγους που επιτρέπουν στην Ελλάδα να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και να συνεχίζει τη μείωση του χρέους.

Τα προβλήματα που παραμένουν: Χρέος, παραγωγικότητα και εξωτερικές ανισορροπίες

Παρά τη θετική αξιολόγηση, η Scope επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις.

Το δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη και περιορίζει τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας σε περίπτωση νέων κρίσεων.

Παράλληλα, ο οίκος αναφέρεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η ανάγκη μεγαλύτερης διαφοροποίησης της οικονομίας.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την εξωτερική θέση της χώρας.

Η Scope εκτιμά ότι τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών θα παραμείνουν υψηλά, περίπου στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, λόγω της χαμηλής εγχώριας αποταμίευσης, της αυξημένης ζήτησης για εισαγωγές και της ενεργειακής εξάρτησης.

Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας παραμένει επίσης αδύναμο σημείο, καθώς διαμορφώθηκε στο -142% του ΑΕΠ το 2025, γεγονός που αντανακλά το μεγάλο απόθεμα εξωτερικών υποχρεώσεων.

Το επόμενο στοίχημα μετά την αναβάθμιση

Η αναβάθμιση σε BBB+ αποτελεί μια σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία, αλλά δεν σημαίνει ότι η πορεία έχει ολοκληρωθεί.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής σταθερότητας σε ισχυρότερη παραγωγική βάση, μεγαλύτερες επενδύσεις και υψηλότερη παραγωγικότητα.

Η Scope θεωρεί ότι μια νέα βελτίωση της αξιολόγησης θα μπορούσε να έρθει μέσα από περαιτέρω ενίσχυση της ανάπτυξης, μεγαλύτερη προσέλκυση επενδύσεων, βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου και συνέχιση της μείωσης του χρέους.

Η Ελλάδα πλέον δεν αξιολογείται μόνο με βάση το παρελθόν της κρίσης. Το βασικό ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι αν η δημοσιονομική ανάκαμψη μπορεί να μετατραπεί σε μια πιο παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία με μεγαλύτερη αντοχή στις διεθνείς πιέσεις.