Η ΓΣΕΕ καταγγέλλει ότι η δημόσια συζήτηση για το επίδομα ανεργίας στρέφει άδικα την προσοχή στους ανέργους αντί στα πραγματικά προβλήματα της αγοράς εργασίας, υποστηρίζοντας πως το επίδομα είναι ασφαλιστικό δικαίωμα και όχι προνοιακή παροχή. Με στοιχεία που δείχνουν ότι λιγότεροι από ένας στους έξι εγγεγραμμένους ανέργους επιδοτούνται, η Συνομοσπονδία τονίζει πως η προστασία από την ανεργία στην Ελλάδα παραμένει ανεπαρκής, ιδιαίτερα για εποχικά εργαζόμενους και όσους έχουν διακεκομμένη απασχόληση, και ζητά ισχυρότερη κάλυψη, καλύτερους μισθούς και αξιοπρεπείς όρους εργασίας αντί για νέες περικοπές.

Πιο αναλυτικά

«Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για το επίδομα ανεργίας προκαλεί μια άσκοπη ανησυχία στην κοινωνία και υποκαθιστά τα κρίσιμα θέματα για τον χώρο της εργασίας: την ενίσχυση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων, την ποιότητα και την ασφάλεια στην εργασία, την προστασία των πιο ευάλωτων κατηγοριών εργαζομένων», αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ).

Όπως σημειώνει η ΓΣΕΕ, «η λογική του περιορισμού των δικαιωμάτων των πιο αδύναμων και η ενίσχυση του κοινωνικού αυτοματισμού μεταφέρουν για ακόμη μια φορά στους εργαζόμενους την ευθύνη για τις δυσλειτουργίες της αγοράς εργασίας. Όταν υπάρχουν κενές θέσεις, στοχοποιούνται οι άνεργοι. Όταν οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, επανέρχεται η ιδέα ότι τα επιδόματα λειτουργούν ως αντικίνητρο. Όταν, όμως, οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και οι όροι εργασίας υποβαθμίζονται, η συζήτηση απομακρύνεται από τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος. Η ΓΣΕΕ απορρίπτει αυτή την προσέγγιση».

Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία, «το επίδομα ανεργίας δεν είναι φιλοδώρημα ούτε προνοιακή παροχή. Είναι ασφαλιστικό και ανταποδοτικό δικαίωμα, χρηματοδοτούμενο κυρίως από εισφορές εργαζομένων για την κάλυψη του κινδύνου απώλειας της εργασίας.

Η συζήτηση αυτή ανοίγει, ακόμη μια φορά, σε μια χώρα όπου η προστασία από την ανεργία παραμένει διαχρονικά ανεπαρκής».

«Τα στοιχεία της ΔΥΠΑ αποτυπώνουν καθαρά το κενό προστασίας. Τον Ιούνιο του 2026, οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ανέρχονταν σε 672.293, ενώ οι επιδοτούμενοι που πληρώθηκαν μέσα στον μήνα ήταν 106.727. Λιγότεροι από ένας στους έξι εγγεγραμμένους ανέργους λάμβαναν επίδομα. Παράλληλα, 368.098 άτομα, το 54,8% του μητρώου, ήταν μακροχρόνια άνεργοι, για 12 μήνες και περισσότερο. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της υποτιθέμενης “υπερπροστασίας”.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε δυσμενή θέση και στις τρεις βασικές διαστάσεις της ασφάλισης ανεργίας: στην πρόσβαση, στο ύψος της εισοδηματικής προστασίας και στη διάρκεια. Στο ισχύον σύστημα απαιτούνται κατ’ ελάχιστον 125 ημέρες ασφάλισης στο 14μηνο, χωρίς να υπολογίζονται οι δύο τελευταίοι μήνες.

Στο πιλοτικό σχήμα της ΔΥΠΑ το κατώφλι αυξήθηκε στις 175 ημέρες, ενώ προστέθηκε και ο όρος να μην έχει ληφθεί τακτική επιδότηση την προηγούμενη τετραετία.

Η πρόσβαση, επομένως, γίνεται δυσκολότερη ακριβώς τη στιγμή που ο άνεργος παρουσιάζεται ως υπερβολικά προστατευμένος.

Η ευρωπαϊκή σύγκριση είναι επίσης αποκαλυπτική. Στην Ισπανία η απαιτούμενη ασφαλιστική ιστορία μπορεί να συγκεντρωθεί σε βάθος έξι ετών, στο Βέλγιο η περίοδος αναφοράς είναι τριετής και στη Γαλλία διετής. Στην Ελλάδα απαιτείται μεγάλη πυκνότητα απασχόλησης μέσα σε πολύ στενότερο χρονικό διάστημα.

Η αυστηροποίηση επιβαρύνει ιδιαίτερα τους εποχικά εργαζομένους και όσους έχουν διακεκομμένη εργασιακή διαδρομή. Χιλιάδες εργαζόμενοι στον τουρισμό, στην εστίαση, στην ιδιωτική εκπαίδευση και σε άλλους κλάδους έντονης εποχικότητας δεν επιλέγουν να εργάζονται μόνο ένα μέρος του έτους. Η ίδια η οργάνωση των κλάδων τους δημιουργεί περιόδους έντονης απασχόλησης και περιόδους ανεργίας.

Η υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 7,9% τον Ιούλιο του 2026 είναι θετική εξέλιξη. Δεν εξαλείφει, όμως, το γεγονός ότι 376.508 άνθρωποι παρέμεναν χωρίς εργασία. Η ύπαρξη κενών θέσεων δεν σημαίνει ότι κάθε άνεργος μπορεί να εργαστεί σε οποιαδήποτε θέση, σε οποιοδήποτε μέρος της χώρας και με οποιονδήποτε μισθό ανεξάρτητα από τα προσόντα του», επισημαίνει η ΓΣΕΕ.

Και προσθέτει: «Οι ελλείψεις προσωπικού αντιμετωπίζονται με καλύτερους μισθούς, Συλλογικές Συμβάσεις, αξιοπρεπείς όρους εργασίας, σταθερές σχέσεις απασχόλησης και αποτελεσματικές υπηρεσίες αντιστοίχισης εργαζομένων και θέσεων.

Η οικονομική πίεση στον άνεργο δεν αποτελεί πολιτική απασχόλησης.

Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν είναι κουμπαράς για σπάσιμο, ώστε να “μειωθεί το εργασιακό κόστος”.

Η μεταφορά πόρων από την προστασία των ανέργων προς την επιδότηση των επιχειρήσεων αλλάζει τον προορισμό πόρων που καταβλήθηκαν για συγκεκριμένο ασφαλιστικό σκοπό».

Στην ανακοίνωσή της, η ΓΣΕΕ επισημαίνει:

«- Όχι σε νέες περικοπές της ασφάλισης ανεργίας και όχι στην ενοχοποίηση των ανέργων.

-Η ελληνική οικονομία χρειάζεται περισσότερη προστασία για όσους χάνουν τη δουλειά τους και αξιοπρεπή, καλοπληρωμένη και ασφαλή εργασία για όσους την αναζητούν».