Η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να ανοίξει έως το 2050 νέες δυνατότητες για την καλλιέργεια τροπικών φρούτων, όπως αβοκάντο και μάνγκο, σε επιλεγμένες περιοχές της Ελλάδας, σύμφωνα με νέα έρευνα της RaboResearch. Ωστόσο, η προοπτική αυτή δεν είναι αυτόματη, καθώς η βιώσιμη ανάπτυξη τέτοιων καλλιεργειών θα εξαρτηθεί καθοριστικά από την επάρκεια νερού, τις επενδύσεις, την τεχνογνωσία και τις υποδομές. Το άρθρο επισημαίνει ότι το πραγματικό πεδίο ευκαιρίας για τη χώρα δεν είναι η μαζική παραγωγή, αλλά ένα πιο ποιοτικό και premium μοντέλο, με στόχο αγορές υψηλότερης αξίας στην Ευρώπη.

Πιο αναλυτικά

Νέες δυνατότητες για την καλλιέργεια τροπικών και υποτροπικών φρούτων φαίνεται ότι δημιουργούνται σε τμήματα της Ελλάδας τις επόμενες δεκαετίες, καθώς η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει σταδιακά τις συνθήκες παραγωγής στη Νότια Ευρώπη.

Νέα έρευνα της RaboResearch τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των περιοχών στις οποίες η κλιματική καταλληλότητα για τροπικά φρούτα αναμένεται να βελτιωθεί έως το 2050. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται κυρίως καλλιέργειες υψηλότερης αξίας, όπως το αβοκάντο και το μάνγκο, για τις οποίες η ευρωπαϊκή ζήτηση παραμένει ισχυρή.

Η ευκαιρία, ωστόσο, δεν αφορά ολόκληρη τη χώρα και σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτόματη. Όπως τονίζει η Rabobank, η άνοδος της θερμοκρασίας από μόνη της δεν αρκεί. Το αν μια περιοχή μπορεί πραγματικά να δημιουργήσει βιώσιμη παραγωγή θα εξαρτηθεί από το νερό, τη διαθέσιμη γη, το κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, τις υποδομές και την πρόσβαση στην αγορά.

Τι δείχνει ο χάρτης για την Ελλάδα

Η RaboResearch μοντελοποίησε την εξέλιξη των κλιματικών συνθηκών για την παραγωγή τροπικών φρούτων έως τα μέσα του αιώνα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι μέχρι το 2050 η καταλληλότητα αναμένεται να ενισχυθεί γύρω από τις ήδη υπάρχουσες περιοχές παραγωγής αβοκάντο και μάνγκο στη νότια Ισπανία και την Πορτογαλία, αλλά παράλληλα να βελτιωθεί σε τμήματα της νότιας Ιταλίας, της Ελλάδας και της ανατολικής Μεσογείου.

Το μοντέλο λαμβάνει υπόψη τέσσερις κλιματικούς παράγοντες: τις θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξη των φυτών, το ακραίο ψύχος, τη συχνότητα των παγετών και το θερμικό στρες. Βασίζεται σε ιστορικές παρατηρήσεις της περιόδου 1995-2025 και σε κλιματικές προβολές για την περίοδο 2026-2055, με βάση το σενάριο υψηλών εκπομπών SSP3-7.0.

Μια αγορά που μεγαλώνει

Η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών συμπίπτει με μια δεύτερη τάση: τη διεύρυνση της ευρωπαϊκής αγοράς τροπικών φρούτων. Αβοκάντο και μάνγκο συγκαταλέγονται στις κατηγορίες με τη μεγαλύτερη δυναμική, την ώρα που η συνολική κατανάλωση φρούτων και λαχανικών στην Ευρώπη παραμένει σχετικά στάσιμη.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η περίπτωση του αβοκάντο. Οι εισαγωγές του στην ΕΕ έχουν αυξηθεί σχεδόν πέντε φορές από το 2010.

Παράλληλα, περίπου το 90% των τροπικών φρούτων που καταναλώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προέρχεται σήμερα από χώρες εκτός της ΕΕ. Η Rabobank δεν θεωρεί πιθανό η ευρωπαϊκή παραγωγή να αντικαταστήσει αυτές τις εισαγωγές. Βλέπει, όμως, περιθώριο για την ανάπτυξη μιας συμπληρωματικής, τοπικής παραγωγής.

Τα 2,54 ευρώ το κιλό που αλλάζουν την εξίσωση

Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει ορισμένες τροπικές καλλιέργειες ενδιαφέρουσες για τους Ευρωπαίους παραγωγούς είναι η αξία τους.

Κατά την τελευταία τριετία, η μέση μοναδιαία αξία εισαγωγής όλων των φρέσκων φρούτων στην ΕΕ ήταν περίπου 1,26 ευρώ ανά κιλό. Για τα τροπικά φρούτα, εξαιρουμένων της μπανάνας και του ανανά, έφθανε περίπου τα 2,54 ευρώ ανά κιλό.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή παραγωγή, η οποία δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί χώρες της Λατινικής Αμερικής αποκλειστικά με βάση το κόστος.

Αβοκάντο, μάνγκο, passion fruit και pitaya μπορούν, σύμφωνα με την έρευνα, να αποτελέσουν ελκυστικότερες επιλογές υψηλής αξίας, ιδιαίτερα για παραγωγούς που στοχεύουν σε εξειδικευμένες ή premium αγορές.

Το μεγάλο ερωτηματικό είναι το νερό

Για την Ελλάδα, όπως και για ολόκληρη τη Μεσόγειο, ένας από τους καθοριστικότερους παράγοντες είναι η πρόσβαση σε αξιόπιστους υδάτινους πόρους.

Η κλιματική αλλαγή μπορεί από τη μία πλευρά να περιορίζει το ψύχος και τους παγετούς, δημιουργώντας ευνοϊκότερες συνθήκες για ορισμένες καλλιέργειες, αλλά από την άλλη εντείνει την πίεση από την ξηρασία και τον ανταγωνισμό για νερό.

Η ίδια η εμπειρία της Ισπανίας δείχνει τα όρια. Η χώρα έχει αναπτύξει τη μεγαλύτερη βιομηχανία αβοκάντο στην ηπειρωτική Ευρώπη, ωστόσο σε παραδοσιακές παραγωγικές περιοχές η περαιτέρω ανάπτυξη περιορίζεται πλέον από τη διαθεσιμότητα τόσο γης όσο και νερού.

Γι’ αυτό η Rabobank θεωρεί κρίσιμες τις επενδύσεις σε αποδοτικά συστήματα άρδευσης, αποθήκευση νερού και προηγμένες τεχνολογίες διαχείρισης των υδάτινων πόρων.

Από το χωράφι στο ράφι

Ακόμη και στις περιοχές όπου το κλίμα θα γίνει καταλληλότερο, η δημιουργία ενός νέου παραγωγικού κλάδου απαιτεί πολύ περισσότερα από τη φύτευση ενός οπωρώνα.

Χρειάζονται σημαντικές αρχικές επενδύσεις, καθώς οι εμπορικές αποδόσεις μπορεί να αργήσουν αρκετά χρόνια. Χρειάζονται επίσης εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, τεχνική υποστήριξη, εγκαταστάσεις διαλογής και συσκευασίας, logistics και οργανωμένα δίκτυα πωλήσεων.

Παράλληλα, οι παραγωγοί θα πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν ακραία καιρικά φαινόμενα με λύσεις όπως συστήματα προστασίας από τον παγετό και τον άνεμο, σκίαση, άρδευση για την αντιμετώπιση της υπερβολικής ζέστης και καλύτερο σχεδιασμό των οπωρώνων.

Το παράδειγμα της Πορτογαλίας είναι χαρακτηριστικό: η ανάπτυξη της παραγωγής αβοκάντο συνοδεύτηκε από επενδύσεις όχι μόνο στους ίδιους τους οπωρώνες και την άρδευση, αλλά και στη συσκευασία, τη διαλογή, τα logistics και την τεχνική υποστήριξη των παραγωγών.

Το premium μοντέλο που θα μπορούσε να αξιοποιήσει και η Ελλάδα

Η μεγαλύτερη προοπτική για την Ελλάδα δεν φαίνεται να βρίσκεται στη μαζική παραγωγή που θα ανταγωνιστεί τις μεγάλες εξαγωγικές χώρες στην τιμή. Το πιθανότερο πεδίο ευκαιρίας βρίσκεται σε ένα προϊόν υψηλότερης αξίας, το οποίο μπορεί να ανταγωνιστεί μέσα από την ποιότητα, την ιχνηλασιμότητα, τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας και την τοπική ή περιφερειακή του ταυτότητα.

Η μικρότερη απόσταση από τις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές μπορεί επίσης να αποτελέσει πλεονέκτημα, ιδιαίτερα για φρούτα στα οποία η σωστή στιγμή συγκομιδής, η ωρίμανση και η ποιότητα παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Για την Ελλάδα, επομένως, η βελτίωση της κλιματικής καταλληλότητας δημιουργεί προοπτικές για την ανάπτυξη τροπικών φρούτων σε επιλεγμένες περιοχές. Η αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από την επάρκεια νερού, την τεχνική τεχνογνωσία, τις επενδύσεις και τις κατάλληλες υποδομές, καθώς και από τη δυνατότητα τοποθέτησης των προϊόντων σε αγορές υψηλότερης αξίας.