Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Επιτροπή εμπειρογνωμόνων που όρισε η γερμανική κυβέρνηση προτείνει ριζική αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού, με σταδιακή σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, κατάργηση της πρόωρης σύνταξης στα 63 και ενίσχυση της χρηματοδότησης μέσω κεφαλαιακού πυλώνα τύπου Σουηδίας. Οι αλλαγές, που στοχεύουν στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος, έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από κόμματα, συνδικάτα και κοινωνικές ομάδες, καθώς θεωρούνται από πολλούς ως μέτρα που θα παρατείνουν σημαντικά τον εργασιακό βίο.

Πιο αναλυτικά

Σαρωτικές αλλαγές στο γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα εισηγείται η επιτροπή εμπειρογνωμόνων που είχε οριστεί από την κυβέρνηση, με στόχο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συντάξεων.

Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, η κατάργηση της πρόωρης σύνταξης στα 63, η αναλογία 2:1 μεταξύ χρόνου εργασίας και ετών συνταξιοδότησης, η αύξηση των ασφαλισμένων και η εισαγωγή ενός κεφαλαιακού πυλώνα χρηματοδότησης κατά το σουηδικό μοντέλο.

Οι προτάσεις αναμένεται να παρουσιαστούν επισήμως την Τρίτη, ωστόσο έχουν ήδη προκαλέσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις.

Σύνταξη στα 67,5 το 2041 και στα 70 τη δεκαετία του 2090

Η επιτροπή, έπειτα από διαβουλεύσεις που διήρκεσαν περισσότερο από πέντε μήνες, κατέληξε σε 30 προτάσεις για το μέλλον των συντάξεων στη Γερμανία.

Μία από τις πιο κρίσιμες εισηγήσεις προβλέπει ότι η ηλικία συνταξιοδότησης θα πρέπει να συνδεθεί με το προσδόκιμο ζωής. Η αύξηση θα γίνεται κατά έξι μήνες ανά δεκαετία, ξεκινώντας από το 2041.

Με βάση τους υπολογισμούς της επιτροπής, οι εργαζόμενοι θα μπορούν να συνταξιοδοτούνται στα 67,5 έτη το 2041 και στα 68 έτη το 2051. Στη δεκαετία του 2090, το όριο συνταξιοδότησης εκτιμάται ότι θα έχει φτάσει τα 70 έτη.

Η πρόταση αυτή αποτελεί μία από τις πιο ευαίσθητες πλευρές της μεταρρύθμισης, καθώς αγγίζει άμεσα εκατομμύρια εργαζόμενους και ανοίγει ξανά τη συζήτηση για το πόσο περισσότερο μπορεί να παρατείνεται ο εργασιακός βίος.

Τέλος στη σύνταξη στα 63

Για τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η επιτροπή προτείνει την κατάργηση της πρόωρης συνταξιοδότησης στα 63 έτη.

Ωστόσο, οι εμπειρογνώμονες διευκρινίζουν ότι θα πρέπει να υπάρξουν ειδικές πρόνοιες για εργαζόμενους με προβλήματα υγείας ή για όσους έχουν απασχοληθεί σε ιδιαίτερα βαριά και επιβαρυντικά επαγγέλματα.

Το θέμα είναι πολιτικά εκρηκτικό, καθώς η πρόωρη συνταξιοδότηση αποτελεί για πολλούς εργαζόμενους βασική επιλογή εξόδου από την αγορά εργασίας, ειδικά σε κλάδους με μεγάλη σωματική καταπόνηση.

Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Forsa για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας DAK, το 44% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι σχεδιάζει να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα. Το 35% σκοπεύει να εργαστεί έως το κανονικό όριο συνταξιοδότησης, ενώ το 9% δηλώνει ότι μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται και μετά από αυτό.

Το «σουηδικό μοντέλο» και οι εισφορές στο χρηματιστήριο

Σημαντική αλλαγή προτείνεται και στον τρόπο χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος.

Σύμφωνα με την επιτροπή, στο μέλλον ένα μέρος των συνταξιοδοτικών εισφορών θα πρέπει να επενδύεται στο χρηματιστήριο, κατά το λεγόμενο «σουηδικό μοντέλο».

Στον νέο κεφαλαιακό πυλώνα θα μπορούσε να εισρέει σταδιακά έως και 2% των ακαθάριστων μισθών, με αρχικό στόχο το 0,5%. Το ποσό θα χρηματοδοτείται ισόποσα από εργαζόμενους και εργοδότες, με συμμετοχή 50% – 50%.

Η λογική της πρότασης είναι να δημιουργηθεί πρόσθετη πηγή χρηματοδότησης, ώστε το σύστημα να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τις τρέχουσες εισφορές των εργαζομένων.

Περισσότεροι ασφαλισμένοι στο σύστημα

Ένας ακόμη βασικός στόχος της μεταρρύθμισης είναι να ενταχθούν στο σύστημα όσο το δυνατόν περισσότεροι εργαζόμενοι που σήμερα δεν είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν εισφορές.

Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται οι αυτοαπασχολούμενοι, εφόσον δεν καλύπτονται ήδη από ειδικό ταμείο του κλάδου τους, οι επαγγελματίες πολιτικοί και οι εργαζόμενοι στις λεγόμενες mini jobs.

Οι mini jobs, σύμφωνα με την πρόταση, θα πρέπει στο μέλλον να περιοριστούν κυρίως σε φοιτητές, ώστε να μην αποτελούν μόνιμη μορφή χαμηλής ασφαλιστικής συμμετοχής.

Σήμερα στη Γερμανία εργάζονται με αυτό το καθεστώς σχεδόν 7 εκατομμύρια άνθρωποι, με ανώτατο μηνιαίο εισόδημα τα 603 ευρώ και περιορισμένες ασφαλιστικές εισφορές.

Μερτς: Οι αλλαγές είναι απαραίτητες

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υπερασπίστηκε την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, τονίζοντας ότι οι αλλαγές δεν γίνονται για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, αλλά επειδή το σύστημα χρειάζεται προσαρμογή.

«Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν τις κάνουμε επειδή μας αρέσει να αλλάζουμε τα πράγματα. Οι αλλαγές είναι όμως απαραίτητες, αν θέλουμε πολλά πράγματα να παραμείνουν ως έχουν», δήλωσε.

Η ομοσπονδιακή υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας ανέφερε από την πλευρά της ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να χτίσει ένα σύστημα για τη νεότερη γενιά, ώστε να διασφαλιστεί υψηλότερο επίπεδο συντάξεων στο μέλλον.

Παράλληλα, τόνισε ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση πρέπει να μειωθεί, αλλά με μεταβατικές περιόδους και προστασία των δικαιολογημένων προσδοκιών των ασφαλισμένων.

Αντιδράσεις από κόμματα και συνδικάτα

Οι προτάσεις έχουν ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας.

Η νεολαία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, η JU, αντέδρασε θετικά. Ο πρόεδρός της, Γιοχάνες Βίνκελ, έκανε λόγο για «μεγάλη ευκαιρία» για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και χαρακτήρισε σωστή την κατάργηση των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση.

Η Ένωση Ηλικιωμένων Πολιτών χαρακτήρισε τις προτάσεις «ισορροπημένες» και «μετριοπαθείς».

Αντίθετα, η νεολαία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, SPD, επέκρινε τη σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, τονίζοντας ότι είναι άδικη για εργαζόμενους σε κλάδους όπως οι κατασκευές και η νοσηλευτική, όπου η εργασία είναι σωματικά απαιτητική και το προσδόκιμο ζωής συχνά χαμηλότερο.

Η οργάνωση του SPD ζητά η ηλικία συνταξιοδότησης να συνδέεται με τα έτη εισφορών και όχι μόνο με το προσδόκιμο ζωής.

Πράσινοι, Αριστερά και AfD

Οι Πράσινοι χαιρέτισαν τις προτάσεις για ενίσχυση της κεφαλαιακής χρηματοδότησης και κατάργηση της συνταξιοδότησης στα 63, ωστόσο επέκριναν το γεγονός ότι δεν προβλέπεται σταθεροποίηση του επιπέδου σύνταξης στο 48%.

Η Αριστερά έκανε λόγο για «περικοπές συντάξεων», επιρρίπτοντας την ευθύνη στον καγκελάριο Μερτς.

Η Εναλλακτική για τη Γερμανία, AfD, αναφέρθηκε σε ορισμένες «χρήσιμες προτάσεις», αλλά επέκρινε τη γενική κατεύθυνση της επιτροπής, υποστηρίζοντας ότι οδηγεί σε περισσότερα χρόνια εργασίας και υψηλότερες εισφορές.

Αρνητική στάση κράτησαν και τα συνδικάτα Ver.di και IG Metall, κάνοντας λόγο για σχέδια «εκτός πραγματικότητας».

Φόβοι για αύξηση της αδήλωτης εργασίας

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η πρόταση για περιορισμό των mini jobs.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λιντς Φρίντριχ Σνάιντερ προειδοποίησε ότι χωρίς mini jobs υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αύξησης της αδήλωτης εργασίας.

Μιλώντας στην BILD, εκτίμησε ότι το κόστος της μαύρης εργασίας μόνο για το 2027 θα μπορούσε να φτάσει τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ. Όπως ανέφερε, οι mini jobs υπήρξαν ένα από τα επιτυχημένα εργαλεία περιορισμού της αδήλωτης απασχόλησης, καθώς μετά την εισαγωγή τους, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η μαύρη εργασία μειώθηκε κατά 20 έως 23 δισεκατομμύρια ευρώ.

Σήμερα, το συνολικό κόστος της αδήλωτης εργασίας στη Γερμανία υπολογίζεται στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ.

Μια μεταρρύθμιση με μεγάλο πολιτικό κόστος

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού αποτελεί μία από τις πιο κρίσιμες διαρθρωτικές αλλαγές που θέλει να προωθήσει η κυβέρνηση Μερτς.

Το πολιτικό στοίχημα είναι μεγάλο: από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση θέλει να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του συστήματος και να περιορίσει τη δημοσιονομική πίεση. Από την άλλη, οι προτάσεις αγγίζουν άμεσα εργαζόμενους, συνταξιούχους, νέους ασφαλισμένους, εργοδότες και συνδικάτα.

Οι επικεφαλής της επιτροπής, ο πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης Φρανκ-Γιούργκεν Βάιζε και η ειδική των διοικητικών επιστημών Κονστάντσε Γιάντα, υποστηρίζουν ότι οι προτάσεις αποσκοπούν στην εγγύηση της ασφάλειας του βιοτικού επιπέδου στα γηρατειά, ακόμη και για όσους έχουν χαμηλότερα ή μεσαία εισοδήματα.

Ωστόσο, η συζήτηση που ανοίγει στη Γερμανία δείχνει ότι η επόμενη μεγάλη μάχη θα δοθεί γύρω από ένα απλό αλλά εκρηκτικό ερώτημα: πόσα χρόνια θα πρέπει να εργάζονται οι πολίτες για να χρηματοδοτείται ένα βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα;