Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Αντιμέτωπη με μια δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση βρίσκεται η κυβέρνηση, καθώς καλείται να οριστικοποιήσει το νέο πακέτο μέτρων στήριξης που θα παρουσιάσει στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ταυτόχρονα να καταρτίσει το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027.

Οι κατευθύνσεις που περιλαμβάνονται στην εγκύκλιο του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό της περιόδου 2027-2030 καταδεικνύουν ότι τα περιθώρια για πρόσθετες παροχές θα είναι εξαιρετικά περιορισμένα.

Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, που προβλέπουν ανώτατα όρια στις δαπάνες, σε συνδυασμό με την πλήρη ψηφιακή παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού, περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες δημοσιονομικών παρεμβάσεων.

Η εγκύκλιος του ΥΠΕΘΟΟ αποτυπώνει τη στρατηγική που θα ακολουθηθεί έως το 2030, με βασικό στόχο τον αυστηρό έλεγχο του ρυθμού αύξησης των δημόσιων δαπανών. Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό καλούνται να υποβάλουν έως τις 31 Ιουλίου 2026 τα σχέδια δαπανών τους στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, με σαφή οδηγία ότι τυχόν νέες ανάγκες θα πρέπει να καλυφθούν αποκλειστικά μέσω εσωτερικών ανακατανομών πόρων.

Πρωτογενείς δαπάνες

Με βάση το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο και το νέο πλαίσιο δημοσιονομικής εποπτείας της Ε.Ε., οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες θα κινούνται εντός αυστηρών ορίων. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για ετήσια αύξηση μεταξύ 3% και 3,6% την περίοδο 2026-2029, ρυθμός που σε αρκετές περιπτώσεις υπολείπεται των πληθωριστικών πιέσεων, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα ενίσχυσης των κοινωνικών δαπανών σε πραγματικούς όρους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των μεταβιβάσεων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κατηγορία που περιλαμβάνει συντάξεις, κοινωνικά επιδόματα, ενισχύσεις προς ασφαλιστικά ταμεία και νοσοκομεία, επιχορηγήσεις επιχειρήσεων και λοιπές κοινωνικές παροχές. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, οι σχετικές δαπάνες θα αυξηθούν οριακά τα επόμενα χρόνια, ενώ το 2030 προβλέπεται ακόμη και μικρή υποχώρηση.

Ειδικότερα, οι μεταβιβάσεις από 35,788 δισ. ευρώ το 2027 αναμένεται να διαμορφωθούν στα 36,385 δισ. ευρώ το 2029, καταγράφοντας συνολική αύξηση μόλις 597 εκατ. ευρώ. Το 2030 προβλέπεται μικρή κάμψη στα 36,377 δισ. ευρώ. Συνολικά, η αύξηση σε ορίζοντα τετραετίας περιορίζεται σε περίπου 648,5 εκατ. ευρώ ή 1,8%, στοιχείο που αναδεικνύει τα στενά περιθώρια για ουσιαστική διεύρυνση των κοινωνικών παροχών.

Υπό αυτά τα δεδομένα, κάθε νέα παρέμβαση που θα εξαγγέλλεται τα επόμενα χρόνια θα πρέπει να χρηματοδοτείται είτε από υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων είτε από ανακατανομή δαπανών και εξοικονομήσεις εντός του προϋπολογισμού.

Μάχη κατά της φοροδιαφυγής

Το οικονομικό επιτελείο ποντάρει σημαντικά στην αύξηση των φορολογικών εσόδων μέσω της περαιτέρω ψηφιοποίησης της οικονομίας και της ενίσχυσης των μηχανισμών καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Το ψηφιακό πελατολόγιο, το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας και τα νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της ΑΑΔΕ για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών αποτελούν βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής.

Παράλληλα, οι κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ αναμένεται να ακολουθήσουν πτωτική πορεία, καθώς η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, ενώ καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει και η εξέλιξη του πληθωρισμού.

Πληθωρισμός

Την ίδια ώρα, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, κλείνοντας το έτος στο 3,7%-3,8%, έναντι πρόβλεψης για αποκλιμάκωση στο 2,2%. Ιδιαίτερα έντονες προβλέπονται οι ανατιμήσεις στην ενέργεια, με τον σχετικό πληθωρισμό να εκτιμάται ότι θα φθάσει το 11,1%, μεταφέροντας πιέσεις στο σύνολο της οικονομίας και αυξάνοντας το κόστος ζωής των νοικοκυριών.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο γενικός πληθωρισμός στη χώρα θα διαμορφωθεί στο 3,8% το 2026, ενώ στην Ευρωζώνη στο 3%. Για το 2027 προβλέπεται αποκλιμάκωση στο 2,6% για την Ελλάδα και στο 2,3% για την Ευρωζώνη, καθώς αναμένεται σταδιακή εξασθένηση των πιέσεων από τις τιμές της ενέργειας.