Η ακρίβεια και το αυξημένο ενεργειακό κόστος πιέζουν πλέον αισθητά τα ελληνικά νοικοκυριά, περιορίζοντας την κατανάλωση και ανεβάζοντας τον πληθωρισμό, σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank. Ωστόσο, η οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται από τις ισχυρές εξαγωγές, τον τουρισμό και τις επενδύσεις, ενώ η πρόσφατη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου αφήνει περιθώρια για ηπιότερες πιέσεις και καλύτερες προοπτικές το 2026.
Πιο αναλυτικά
Η άνοδος των τιμών φαίνεται να αφήνει πλέον πιο έντονο αποτύπωμα στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, περιορίζοντας την κατανάλωση, την ώρα που οι εξαγωγές και ο τουρισμός εξακολουθούν να στηρίζουν την ελληνική οικονομία.
Αυτή είναι η βασική εικόνα που περιγράφει η νέα ανάλυση της Eurobank, η οποία εξετάζει τις επιπτώσεις της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης στις προοπτικές της χώρας.
Σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές της τράπεζας, η αβεβαιότητα που προκάλεσαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας οδήγησαν αρκετούς διεθνείς οργανισμούς να αναθεωρήσουν τις προβλέψεις τους για την ελληνική οικονομία. Οι εκτιμήσεις πλέον συγκλίνουν σε χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό για το 2026, εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά και τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ενδεικτικές είναι οι τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο πήχης της ανάπτυξης για την Ελλάδα μετακινήθηκε στο 1,8% από 2,2% που προβλεπόταν το φθινόπωρο του 2025, ενώ ο πληθωρισμός αναθεωρήθηκε προς τα πάνω, στο 3,7% από 2,3%.
Πιέσεις στην κατανάλωση και την αγοραστική δύναμη
Όπως εξηγεί η Eurobank, η εικόνα αυτή είναι αποτέλεσμα του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται από τις ακριβότερες πρώτες ύλες και την ενέργεια, μεταφέρουν μέρος του κόστους στις τελικές τιμές των προϊόντων και, τελικά, τα νοικοκυριά βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να περιορίζεται.
Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η εξέλιξη αρχίζει να επηρεάζει την ιδιωτική κατανάλωση. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο ετήσιος ρυθμός αύξησής της περιορίστηκε στο 0,7%, όταν το προηγούμενο τρίμηνο είχε διαμορφωθεί στο 2,3%. Σε τριμηνιαία βάση, η κατανάλωση ουσιαστικά παρέμεινε στάσιμη, ένδειξη ότι οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι στις αγορές τους.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός συνέχισε να κινείται ανοδικά. Το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 4,7%, από 3,1% το πρώτο τρίμηνο, ενώ παράλληλα επιδεινώθηκε και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Οι δύο αυτοί παράγοντες, σύμφωνα με τη Eurobank, διατηρούν τις πιέσεις στην κατανάλωση και τους επόμενους μήνες.
Ενδεικτική είναι η εξέλιξη στις τιμές των καυσίμων, οι οποίες αυξήθηκαν με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς την άνοιξη, επιβαρύνοντας σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους οι αναλυτές αναμένουν με ενδιαφέρον τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το λιανεμπόριο του Απριλίου, τα οποία θα δώσουν μια πιο καθαρή εικόνα για τη συμπεριφορά των καταναλωτών.
Εξαγωγές και τουρισμός στηρίζουν την ανάπτυξη
Παρά τις πιέσεις στην εσωτερική ζήτηση, η εικόνα στο εξωτερικό εμπόριο εμφανίζεται πιο θετική. Τα στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών δείχνουν ότι οι ελληνικές εξαγωγές εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα πολλών επιχειρήσεων.
Τον Απρίλιο οι εξαγωγές αγαθών σε σταθερές τιμές αυξήθηκαν κατά 13,6% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ ακόμη και χωρίς τα καύσιμα η άνοδος διαμορφώθηκε στο 5,5%. Αντίθετα, οι εισαγωγές αυξήθηκαν με πολύ χαμηλότερο ρυθμό, γεγονός που συνέβαλε στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος.
Θετική είναι και η εικόνα στις υπηρεσίες, με βασικό μοχλό τον τουρισμό. Στο πρώτο τετράμηνο του έτους οι εξαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 9,3%, ενώ οι ταξιδιωτικές εισπράξεις σημείωσαν εντυπωσιακή άνοδο 36,9%, καθώς η εισερχόμενη τουριστική κίνηση ενισχύθηκε περισσότερο από 27%. Παράλληλα, θετική παρέμεινε και η πορεία των μεταφορών.
Ανθεκτικές οι επενδύσεις – Οι προοπτικές
Η Eurobank επισημαίνει επίσης ότι οι επενδύσεις εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με την κατανάλωση, κυρίως χάρη στα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως αντίβαρο στις πιέσεις που δέχεται η οικονομική δραστηριότητα από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μικτή. Από τη μία πλευρά, η κατανάλωση δείχνει να επηρεάζεται από την ακρίβεια και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Από την άλλη, οι εξαγωγές, ο τουρισμός και οι επενδύσεις συνεχίζουν να στηρίζουν την οικονομία, περιορίζοντας τις απώλειες.
Οι αναλυτές της Eurobank σημειώνουν, τέλος, ότι η πρόσφατη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, μετά τη συμφωνία αποκλιμάκωσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, δημιουργεί πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για το επόμενο διάστημα. Αν η τάση αυτή διατηρηθεί, εκτιμούν ότι θα περιοριστούν τόσο οι πληθωριστικές πιέσεις όσο και οι κίνδυνοι για την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας μέσα στο 2026.
