Η κυβέρνηση εξετάζει την παράταση της αναστολής του ΦΠΑ 24% στις πρώτες πωλήσεις νεόδμητων κατοικιών και του φόρου υπεραξίας 15% στις μεταβιβάσεις ακινήτων, με πιθανή ανακοίνωση των αποφάσεων στη ΔΕΘ. Στόχος είναι να αποφευχθεί νέα επιβάρυνση στις τιμές των κατοικιών και να στηριχθεί η οικοδομική δραστηριότητα, σε μια αγορά όπου η ζήτηση παραμένει υψηλή και η προσφορά περιορισμένη.
Πιο αναλυτικά
Η αγορά κατοικίας βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο των κυβερνητικών σχεδιασμών, καθώς το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την παράταση της αναστολής δύο φόρων που θεωρούνται κρίσιμοι για τη διατήρηση της δυναμικής των συναλλαγών: του ΦΠΑ 24% στις πρώτες πωλήσεις νεόδμητων κατοικιών και του φόρου υπεραξίας 15% στις πωλήσεις ακινήτων.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται τους επόμενους μήνες και, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να αποτελέσουν μέρος του πακέτου μέτρων που θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το βασικό σενάριο προβλέπει παράταση της αναστολής για ακόμη ένα ή δύο χρόνια, ώστε να μην αλλάξει το σημερινό φορολογικό καθεστώς στην αγορά.
Η συζήτηση δεν είναι τυχαία. Παρά την ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας, η προσφορά νέων κατοικιών εξακολουθεί να υπολείπεται της ζήτησης, ιδιαίτερα στην Αττική, τη Θεσσαλονίκη και τις περιοχές με έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον. Την ίδια ώρα, οι κατασκευαστές βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλό κόστος υλικών, ακριβότερη χρηματοδότηση και αυξημένες δαπάνες κατασκευής, παράγοντες που ήδη πιέζουν τις τελικές τιμές των ακινήτων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επαναφορά του ΦΠΑ 24% εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει νέα αύξηση στο κόστος αγοράς μιας νεόδμητης κατοικίας. Και αυτό γιατί ο συγκεκριμένος φόρος δεν αφορά όλες τις αγοραπωλησίες, αλλά αποκλειστικά την πρώτη μεταβίβαση νεόδμητων ακινήτων από κατασκευαστές ή εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων. Οι μεταπωλήσεις εξακολουθούν να υπάγονται στον φόρο μεταβίβασης 3%.
Η διαφορά μεταξύ των δύο καθεστώτων είναι σημαντική. Σήμερα, ο αγοραστής μιας νεόδμητης κατοικίας που καλύπτεται από την αναστολή καταβάλλει φόρο μεταβίβασης 3%. Αν η αναστολή λήξει και επανέλθει ο ΦΠΑ, η φορολογική επιβάρυνση θα αυξηθεί αισθητά, ιδιαίτερα στις κατοικίες υψηλότερης αξίας, κάτι που, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, θα μπορούσε να μετακυλιστεί στις τελικές τιμές.
Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση εμφανίζεται απρόθυμη να αλλάξει το σημερινό πλαίσιο. Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η επιβολή του ΦΠΑ θα μπορούσε να ανακόψει τη ζήτηση, να επιβραδύνει νέα οικοδομικά έργα και να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την πρόσβαση των νοικοκυριών στην αγορά κατοικίας.
Διαφορετική είναι η εικόνα για τον φόρο υπεραξίας, ο οποίος επιβάλλεται στο κέρδος που αποκομίζει ο πωλητής από τη μεταβίβαση ενός ακινήτου. Σε αντίθεση με τον ΦΠΑ, δεν επιβαρύνει άμεσα τον αγοραστή και γι’ αυτό η επίδρασή του στις τιμές θεωρείται μικρότερη. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η επαναφορά του θα μπορούσε να περιορίσει τον αριθμό των συναλλαγών, καθώς αρκετοί ιδιοκτήτες θα ανέβαλαν την πώληση των ακινήτων τους για να αποφύγουν τη φορολογική επιβάρυνση.
Στην Ελλάδα ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ 24% είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Η εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι τόσο ο ΦΠΑ όσο και οι φόροι υπεραξίας εφαρμόζονται ευρέως, αλλά συνοδεύονται από ειδικές απαλλαγές ή μειωμένους συντελεστές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κύρια κατοικία. Στην Ελλάδα, όμως, ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ 24% είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καθιστά την πιθανή επαναφορά του ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα.
Οι εκπρόσωποι της αγοράς ακινήτων υποστηρίζουν ότι η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση των επενδύσεων στον κατασκευαστικό κλάδο. Εκτιμούν ότι οποιαδήποτε επιβάρυνση στις πρώτες πωλήσεις νεόδμητων κατοικιών θα επηρέαζε όχι μόνο τους αγοραστές, αλλά και την απόφαση των εταιρειών να προχωρήσουν σε νέες αναπτύξεις.
Με το στεγαστικό να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την κυβέρνηση, η διατήρηση της αναστολής των δύο φόρων εμφανίζεται ως μία από τις παρεμβάσεις που μπορούν να συγκρατήσουν το κόστος αγοράς κατοικίας και να διατηρήσουν ζωντανή την οικοδομική δραστηριότητα. Οι οριστικές αποφάσεις αναμένονται το φθινόπωρο, ωστόσο όλα δείχνουν ότι η αγορά ακινήτων θα συνεχίσει, τουλάχιστον για την επόμενη περίοδο, να λειτουργεί με το υφιστάμενο φορολογικό καθεστώς.
