Η αγορά κατοικίας στο Νότιο Αιγαίο κινείται σε έντονα ανοδική τροχιά, με Μύκονο και Πάρο να ξεχωρίζουν ως ακριβοί προορισμοί πολυτελείας και τη Ρόδο να παραμένει πιο σταθερή και προσιτή. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Πάρος συγκεντρώνει το μεγαλύτερο απόθεμα ακινήτων προς πώληση, όμως η Μύκονος κρατά τις υψηλότερες τιμές, ενώ οι νεόδμητες κατοικίες και οι βίλες συνεχίζουν να διαμορφώνουν μια αγορά που απευθύνεται κυρίως σε εύπορους Έλληνες και ξένους αγοραστές.
Πιο αναλυτικά
Η αγορά κατοικίας στα νησιά του Νοτίου Αιγαίου συνεχίζει να κινείται σε υψηλές ταχύτητες, με τη Μύκονο και την Πάρο να διαμορφώνουν μια ξεχωριστή κατηγορία πολυτελών προορισμών. Οι τιμές των κατοικιών στα δύο νησιά απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από τον μέσο όρο της περιφέρειας, καθώς η ζήτηση από Έλληνες και ξένους αγοραστές παραμένει ισχυρή.
Η εικόνα που καταγράφεται στην αγορά ακινήτων του Νοτίου Αιγαίου θυμίζει όλο και περισσότερο ώριμες αγορές πολυτελών κατοικιών της Μεσογείου. Η ζήτηση για βίλες, εξοχικές κατοικίες και σύγχρονα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών διατηρείται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα οι τιμές να κινούνται ανοδικά και ορισμένα νησιά να αποκτούν χαρακτηριστικά αυτόνομων αγορών.
Τα στοιχεία της ReDataset για το διάστημα Ιανουαρίου – Μαΐου 2026 αποτυπώνουν τη δυναμική που αναπτύσσεται στην περιοχή, με τις κατοικίες να κυριαρχούν συντριπτικά στο διαθέσιμο απόθεμα ακινήτων προς πώληση. Από τις 4.726 ενεργές αγγελίες που καταγράφηκαν στην περιφέρεια, σχεδόν έξι στις δέκα αφορούν μονοκατοικίες και παραδοσιακές κατοικίες, οι οποίες συγκεντρώνουν ποσοστό 59,8% της αγοράς.
Τα διαμερίσματα αντιστοιχούν στο 21,3% των διαθέσιμων ακινήτων, ενώ οι μεζονέτες καταλαμβάνουν το υπόλοιπο 18,9%, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά του Νοτίου Αιγαίου εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στις αυτόνομες κατοικίες που συνδέονται με τον τουρισμό υψηλού επιπέδου και την εξοχική κατοικία.
Στο γεωγραφικό επίπεδο, οι Κυκλάδες παραμένουν ο απόλυτος πρωταγωνιστής της αγοράς. Σχεδόν οκτώ στις δέκα αγγελίες που είναι σήμερα ενεργές στην περιφέρεια προέρχονται από τα νησιά του συμπλέγματος, τα οποία συγκεντρώνουν το 78,9% της συνολικής προσφοράς.
Η Πάρος εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος πόλος της αγοράς, καθώς συγκεντρώνει το 18,79% του συνόλου των διαθέσιμων αγγελιών. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο ακόμη και από εκείνο της Ρόδου, η οποία ακολουθεί με 16%, ενώ η Μύκονος καταλαμβάνει την τρίτη θέση με 12%.
Παρά το γεγονός ότι η Πάρος διαθέτει σήμερα το μεγαλύτερο απόθεμα κατοικιών προς πώληση, η Μύκονος εξακολουθεί να διατηρεί τα πρωτεία στις τιμές. Η διάμεση τιμή πώλησης μονοκατοικίας στο νησί των ανέμων φτάνει τα 7.070 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, επίπεδο που την κατατάσσει στην κορυφή της αγοράς κατοικίας του Νοτίου Αιγαίου.
Η Πάρος ακολουθεί με διάμεση τιμή 5.810 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, επιβεβαιώνοντας ότι έχει πλέον εδραιωθεί στη λίστα των ακριβότερων προορισμών της χώρας. Η απόσταση που χωρίζει τα δύο νησιά από τις υπόλοιπες αγορές της περιφέρειας είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα σπίτι στη Μύκονο κοστίζει περισσότερο από δυόμισι φορές σε σχέση με μια αντίστοιχη κατοικία στη Ρόδο, όπου οι τιμές διαμορφώνονται σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δημιουργία μιας ξεχωριστής κατηγορίας αγοράς που απευθύνεται κυρίως σε αγοραστές υψηλών εισοδημάτων και διεθνείς επενδυτές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η Μύκονος και η Πάρος έχουν απομακρυνθεί αισθητά από τον περιφερειακό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στα 3.660 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Οι τιμές στα δύο νησιά είναι αυξημένες κατά 50% έως και 80% σε σχέση με το μέσο επίπεδο της αγοράς, ενώ η Μύκονος παραμένει περίπου 21% ακριβότερη από την Πάρο.
Στον αντίποδα, όσοι αναζητούν πιο προσιτές επιλογές στρέφονται σε νησιά όπως η Σύρος, η Κως και η Ρόδος. Στη Σύρο η διάμεση τιμή διαμορφώνεται στα 2.500 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε Κω και Ρόδο κινείται κοντά στα 2.210 ευρώ, προσφέροντας σημαντικά χαμηλότερο κόστος εισόδου στην αγορά.
Καθοριστικός παράγοντας για τη διαμόρφωση των τιμών παραμένει η ηλικία του ακινήτου. Τα νεόδμητα σπίτια καταγράφουν σαφές πλεονέκτημα, καθώς οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν την περίοδο 2020-2026 πωλούνται κατά μέσο όρο 114% ακριβότερα σε σχέση με ακίνητα που ανεγέρθηκαν μεταξύ 1960 και 1980.
Η διάμεση τιμή στα παλαιότερα σπίτια ανέρχεται σε 2.340 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ στα νεόδμητα φτάνει τα 5.000 ευρώ. Παράλληλα, η αγορά εμφανίζει έντονες διαφοροποιήσεις ακόμη και μέσα στην ίδια κατηγορία ακινήτων.
Ένα μέρος των νεόδμητων κατοικιών πωλείται κάτω από τα 3.660 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, την ίδια στιγμή που οι πλέον πολυτελείς βίλες ξεπερνούν τα 6.600 ευρώ, αναδεικνύοντας το χάσμα που χωρίζει τη συμβατική κατοικία από τα ακίνητα υψηλών προδιαγραφών που απευθύνονται στη διεθνή αγορά πολυτελείας.
