Η Ελλάδα δρομολογεί την απομάκρυνση των αντιαεροπορικών συστημάτων ρωσικής και σοβιετικής προέλευσης, ολοκληρώνοντας σταδιακά μια πολυετή περίοδο κατά την οποία τα S-300, TOR-M1 και OSA-AKM κάλυπταν κρίσιμες ανάγκες της εθνικής άμυνας.
Η ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» ανοίγει τον δρόμο για την αντικατάσταση των υφιστάμενων συστημάτων από νέες ισραηλινές λύσεις, οι οποίες θα λειτουργούν μέσα σε ενιαίο δίκτυο επιτήρησης, διοίκησης και αναχαίτισης.
Την έναρξη του προγράμματος σηματοδότησε η διακρατική συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ, η οποία υπογράφηκε στις 31 Αυγούστου στο Τελ Αβίβ. Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέρχεται σε 3,035 δισ. ευρώ και προβλέπει τη διαμόρφωση διαδοχικών γραμμών άμυνας απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, αεροσκάφη, πυραύλους cruise και μη επανδρωμένα.
Οι λόγοι για την απόσυρση των ρωσικών συστημάτων
Η επιχειρησιακή διατήρηση των συγκεκριμένων συστημάτων παρουσιάζει πλέον αυξανόμενες δυσκολίες. Οι περιορισμοί στην εξασφάλιση ανταλλακτικών, στην τεχνική υποστήριξη και στην αναβάθμισή τους δυσχεραίνουν τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό της συντήρησης. Παράλληλα, η επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Δύσης μετά την εισβολή στην Ουκρανία δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια για έναν εξοπλισμό που χρειάζεται διαρκή υποστήριξη ώστε να παραμένει αξιόπιστος στο πεδίο.
Ωστόσο, ο βασικότερος παράγοντας είναι η μεταβολή των αναγκών της αεράμυνας. Οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να ανταποκρίνονται σε ένα ευρύτερο φάσμα απειλών, από όπλα μεγάλης ταχύτητας έως μικρά drones με χαμηλή ευκολία εντοπισμού. Ο σχεδιασμός πλέον στηρίζεται στη διασύνδεση αισθητήρων και μονάδων πυρός, ώστε τα δεδομένα για κάθε στόχο να διαχέονται άμεσα σε ολόκληρο το δίκτυο. Η πολιτική κατεύθυνση για τους πυραύλους S-300 έχει αποτυπωθεί ούτως ή άλλως και δημόσια. Τον Ιούλιο, κατά την ενημέρωση για τα εξοπλιστικά προγράμματα, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας τους χαρακτήρισε «απερχόμενο τμήμα του οπλοστασίου μας», σημειώνοντας παράλληλα ότι το σύστημα παρέμενε σε υπηρεσία. Με αυτόν τον τρόπο περιέγραψε μια σταδιακή διαδικασία αντικατάστασης.
Τα S-300 PMU1, τα οποία εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, αποτελούν το πιο γνωστό στοιχείο του ρωσικής προέλευσης αντιαεροπορικού οπλοστασίου που διαθέτει η χώρα.
Η αντικατάσταση των S-300 συνδέεται με την κάλυψη μεγαλύτερων αποστάσεων και την αναβάθμιση της άμυνας απέναντι σε πυραυλικές επιθέσεις. Αντίθετα, τα TOR-M1 και OSA-AKM έχουν αποστολές μικρότερου βεληνεκούς, προστατεύοντας στρατιωτικούς σχηματισμούς και εγκαταστάσεις. Για να αποχωρήσουν και οι τρεις οικογένειες συστημάτων χωρίς επιχειρησιακά κενά, οι διάδοχες λύσεις θα πρέπει να αναλάβουν το σύνολο αυτών των ρόλων. Η διαδικασία δεν περιορίζεται στις παραδόσεις, καθώς απαιτεί εκπαίδευση πληρωμάτων, κατάλληλες υποδομές υποστήριξης και δοκιμές διαλειτουργικότητας με τα υπόλοιπα μέσα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Τα νέα συστήματα που ενισχύουν την αντιαεροπορική άμυνα
Στον νέο σχεδιασμό ξεχωρίζουν τα David’s Sling, BARAK MX και SPYDER, με κάθε σύστημα να ανταποκρίνεται σε διαφορετικό τύπο ανάγκης και να προσφέρει αναχαίτιση πριν η απειλή πλησιάσει την προστατευόμενη περιοχή. Το David’s Sling, γνωστό και ως «Σφενδόνη του Δαυίδ», αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο απέναντι σε σύνθετες πυραυλικές απειλές. Το σύστημα αναπτύχθηκε από τη Rafael και τη Raytheon και βασίζεται στον αναχαιτιστή Stunner, ο οποίος εξουδετερώνει τον στόχο μέσω άμεσης πρόσκρουσης. Προορίζεται για τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους, μεγάλες ρουκέτες, πυραύλους cruise, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα.
Με διαφορετικές εκδόσεις αναχαιτιστών και μέγιστη εμβέλεια έως 150 χιλιόμετρα, σύμφωνα με την Israel Aerospace Industries, το BARAK MX μπορεί να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα περισσότερες από μία εναέριες απειλές. Η σχεδίασή του υποστηρίζει τη συνεργασία με πολλούς αισθητήρες, ενώ επιτρέπει και τη δικτύωση χερσαίων με ναυτικά μέσα αεράμυνας.
Το SPYDER προορίζεται για την προστασία από αεροσκάφη, ελικόπτερα, drones, πυραύλους cruise και κατευθυνόμενα πυρομαχικά. Στη διαμόρφωση All-in-One, ένα μόνο όχημα φέρει ραντάρ, ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες, σύστημα διοίκησης, καθώς και εκτοξευτές των πυραύλων Python-5 και I-Derby. Έτσι συγκροτείται μια πλήρης κινητή μονάδα αεράμυνας, ικανή να δρα αυτόνομα ή να εντάσσεται σε ευρύτερο δίκτυο.
Το Drone Dome λειτουργεί συμπληρωματικά, παρέχοντας ειδικές λύσεις κατά μη επανδρωμένων, όπως ηλεκτρονικές παρεμβολές στις επικοινωνίες και στα συστήματα πλοήγησής τους. Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων προσφέρει περισσότερες επιλογές στους χειριστές και μειώνει την ανάγκη χρήσης ακριβών αντιαεροπορικών πυραύλων εναντίον μικρών στόχων.
