Το πρώτο αξιόλογο ποσό που απέκτησε ο Αριστοτέλης Ωνάσης —όχι τα πρώτα χρήματα που κέρδισε— λέγεται ότι προήλθε ουσιαστικά από την πώληση μιας πληροφορίας που διέθετε σχετικά με κάποια μετοχή. Η αμοιβή του έφτασε τα 800 δολάρια, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για εκείνη την εποχή, αρκετές δεκαετίες πριν, ενώ όσοι εκμεταλλεύτηκαν την πληροφορία ασφαλώς αποκόμισαν μεγαλύτερα κέρδη. Πώς αξιοποίησε εκείνα τα χρήματα; Αφού κάλυψε έξοδα και καθημερινές ανάγκες, διέθεσε ένα σημαντικό μέρος τους για να διαμορφώσει τη δημόσια εικόνα του. Αγόρασε μεταξωτά πουκάμισα, κοστούμια υψηλού κόστους και ποιοτικά παπούτσια.
Η εμφάνισή του έδινε στους άλλους την εντύπωση οικονομικής άνεσης, παρότι στην πραγματικότητα δεν διέθετε τα χρήματα που αυτή υποδήλωνε. Συνδυάζοντας αυτή την εικόνα με την ευφυΐα και το θράσος του, κατόρθωσε να αποκτήσει πρόσβαση σε κύκλους που έως τότε παρέμεναν κλειστοί για εκείνον. Όσα ήρθαν στη συνέχεια αποτέλεσαν την κατάληξη μιας επιτυχημένης στρατηγικής, την οποία εφάρμοσε ένας φιλόδοξος νέος με πολυάριθμα σχέδια, λιγοστούς ενδοιασμούς και μεγάλη δόση τύχης.
Το φερόμενο στοίχημα του Ωνάση με τον κουλουρά

Η τύχη, ωστόσο, χρειάζεται κυνήγι και προϋποθέτει ρίσκο. Διαφορετικά, είναι ελάχιστες οι πιθανότητες να εμφανιστεί από μόνη της. Αυτό το παιχνίδι ο Ωνάσης το γνώριζε πολύ καλά και το «έπαιζε» κάθε ημέρα. Μπορεί αργότερα, λόγω του μεγέθους του, να είχε τις πιθανότητες υπέρ του, όμως ακολουθούσε αυτή την πρακτική ήδη από τα πρώτα βήματά του: όταν ήταν νέος, άγνωστος και χωρίς ιδιαίτερη σημασία, τότε που το όνομα «Αριστοτέλης Ωνάσης» δεν σήμαινε απολύτως τίποτα. Αργότερα, καθώς οι επιτυχίες ακολουθούσαν η μία την άλλη και το ένα εκατομμύριο μετατρεπόταν σε δύο, ο Έλληνας κροίσος μπορούσε πλέον να «παίζει» με ασφάλεια. Σε ένα τέτοιο ασφαλές στοίχημα παραπέμπει και η ακόλουθη ιστορία, η οποία φέρεται να αφορά τον Ωνάση και έναν κουλουρά. Σήμερα κυκλοφορεί ως αστικός μύθος, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επιβεβαίωσης του περιστατικού.
Στα χρόνια της απόλυτης κυριαρχίας του, ο Ωνάσης φέρεται να αγόραζε κάθε πρωί ένα κουλούρι από τον ίδιο κουλουρά, ο οποίος είχε το πόστο του κοντά στα γραφεία του. Κάποια ημέρα, λέγεται ότι ο τότε ιδιοκτήτης της Ολυμπιακής Αεροπορίας θέλησε να προκαλέσει τον βιοπαλαιστή και του πρότεινε να στοιχηματίσουν. «Αν ο αριθμός των κουλουριών που έχεις είναι μονός ή ζυγός κι εγώ τον βρω, θα μου δώσεις όλα τα κουλούρια σου;», φέρεται να τον ρώτησε. Τι θα συνέβαινε, όμως, εάν ο Έλληνας κροίσος δεν μάντευε σωστά; «Αν χάσω, θα σου δώσω εγώ 5.000 δραχμές».
Για τα δεδομένα εκείνων των χρόνων, επρόκειτο για ιδιαίτερα σημαντικό ποσό, ικανό ασφαλώς να βάλει τον κουλουρά σε σκέψεις. Λέγεται, όμως, ότι ο άνθρωπος που κέρδιζε το μεροκάματό του στον δρόμο δεν αποδέχθηκε το ρίσκο. Ο φόβος μήπως στερηθεί τα έσοδα ολόκληρης της ημέρας τον απέτρεψε: δεν δέχθηκε το στοίχημα, αρνήθηκε να παίξει και τελικά υποχώρησε. Σύμφωνα με την κατάληξη της ιστορίας, είπε στον Ωνάση «Κινδυνεύω να χάσω όλα τα κουλούρια μιας μέρας». Ο Έλληνας μεγιστάνας φέρεται τότε να αποκρίθηκε: «Έτσι θα μείνεις για πάντα κουλουράς». Κυκλοφορεί, πάντως, και μια δεύτερη, πιο σκληρή εκδοχή της απάντησης: «Γι’ αυτό θα μείνεις για πάντα κουλουράς».
Πώς θα αντιδρούσε άραγε ο καθένας μας; Προτού καταδικάσουμε την επιλογή του κουλουρά, χρειάζεται να εξετάσουμε τη θέση του και τις καθημερινές συνθήκες αυτού του ανθρώπου, είτε υπήρξε πραγματικά είτε όχι. Ίσως η αυθόρμητη κρίση να ήταν ότι αποφάσισε λανθασμένα, χωρίς αυτό να είναι κατ’ ανάγκη αληθινό — αν και δεν αποκλείεται να έκανε πράγματι λάθος. Από μια άλλη οπτική, πάντως, προτίμησε να κινηθεί με τους δικούς του κανόνες και όχι με εκείνους που όριζε ο Ωνάσης. Δεν μάθαμε ποτέ αν ο αριθμός των κουλουριών ήταν μονός ή ζυγός. Ούτε ο ίδιος ο κουλουράς έμαθε τι θα μπορούσε να κάνει με τις 5.000 δραχμές, εφόσον κέρδιζε. Είναι βέβαιο, όμως, ότι το ονειρεύτηκε. Και ενδεχομένως, αν παρουσιαζόταν ξανά η ίδια ευκαιρία, να έβαζε τελικά το ρημάδι το στοίχημα. Ίσως.
«Όποιος βρει την πραγματική μου περιουσία»

Η δεύτερη αφήγηση, που επίσης ανήκει στη σφαίρα του αστικού μύθου, αφορά μια γιορτή την οποία είχε οργανώσει ο Αριστοτέλης Ωνάσης για τους εργαζομένους του. Ο Έλληνας επιχειρηματίας ήταν γνωστός για την τελειομανία του και, την εποχή της ακμής του, δεν συνήθιζε να κάνει παραχωρήσεις. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Ωνάσης επιδόθηκε για ακόμη μία φορά σε ένα παιχνίδι – άλλωστε, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, του άρεσε ο τζόγος. Ο ίδιος είχε δηλώσει: «μετά από κάποιο σημείο, τα λεφτά δεν έχουν πια σημασία. Παύουν να είναι ο σκοπός. Το παιχνίδι είναι αυτό που μετράει».
Επιστρέφοντας στη γιορτή, η αφήγηση θέλει τον Ωνάση να παίρνει τον λόγο μέσα στο εορταστικό κλίμα και να ανακοινώνει: «Όποιος βρει την πραγματική μου περιουσία, θα του δώσω 10.000 δολάρια». Αν οι 5.000 δραχμές που υποτίθεται ότι θα πρόσφερε στον κουλουρά θεωρούνταν μεγάλο ποσό, γίνεται εύκολα αντιληπτό πόσο σημαντική ήταν η αμοιβή των 10.000 δολαρίων. Ο άνθρωπος που θα απαντούσε σωστά θα αισθανόταν, έστω για λίγο, ένας μικρός Ωνάσης. Προκειμένου να μην είναι αδύνατος ο διαγωνισμός, ο Έλληνας εφοπλιστής εξήγησε ότι δεν απαιτούσε ακριβή υπολογισμό, αλλά μια προσέγγιση, αφού κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει την περιουσία του σε απόλυτους αριθμούς.
Άνθρωποι από το προσωπικό του, είτε είχαν καθημερινή επαφή μαζί του είτε τον συναντούσαν αραιότερα, άρχισαν να καταθέτουν εκτιμήσεις. Η ερώτηση ήταν δύσκολη, όμως μια επιτυχής πρόβλεψη θα εξασφάλιζε στον νικητή ένα ιδιαίτερα σημαντικό έπαθλο. Έτσι, ανάμεσα σε φαγητό και ποτό, ακούστηκαν ποσά με αμέτρητα μηδενικά, υπολογισμοί για πλοία και εκτιμήσεις σχετικά με τα ακίνητά του. Καθένας προσπαθούσε να μαντέψει, λέγοντας ό,τι μπορούσε να σκεφτεί. Η αφήγηση αναφέρει πως μία απάντηση ξεχώρισε και συγκίνησε τον Αριστοτέλη Ωνάση. Προήλθε από έναν υπάλληλό του, ο οποίος, αφού τον αποκάλεσε «κύριε Αριστοτέλη», πρόσθεσε: «η προσωπική σας περιουσία είναι δυο μέτρα γη».
Ο συγκεκριμένος μύθος, που περιγράφει ένα περιστατικό το οποίο ίσως δεν έγινε ποτέ, αποδίδει τη χαρακτηριστική απάντηση σε έναν από τους παλαιότερους εργαζομένους του Αριστοτέλη Ωνάση. Η επιλογή αυτή προσθέτει στη συνομιλία που είχε προκαλέσει ο Έλληνας κροίσος με το προσωπικό του έναν τόνο μεγαλύτερης σοφίας και έντονης δραματικότητας.
