Στη δικογραφία για τη μεγάλη υπόθεση φορολογικής απάτης με επίκεντρο τους φούρνους «Χωριάτικο» περιγράφεται ένα σύνθετο δίκτυο εκατοντάδων επιχειρήσεων, με εικονικούς διαχειριστές, οφειλές εκατομμυρίων ευρώ προς το Δημόσιο και ύποπτες σχέσεις με δημόσιους λειτουργούς και αστυνομικούς.

Κατά την έρευνα των Αρχών, η φερόμενη εγκληματική οργάνωση φέρεται να είχε αναπτύξει δραστηριότητα από την Αττική έως τη Ρόδο και τη Μύκονο, αξιοποιώντας περισσότερους από 100 «αχυρανθρώπους», ώστε να κρύβει τους πραγματικούς διαχειριστές των επιχειρήσεων και να μην καταβάλλει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

Σε καταγραφές, τρεις ημέρες πριν από προγραμματισμένη συνάντηση στην Επιθεώρηση Εργασίας, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να συζητούν την αγορά δώρων, με την αξία τους να καθορίζεται από τη σοβαρότητα της «υποχρέωσης». Τα αποκαλούσαν «κραγιονάκια», χωρίς η έρευνα των Αρχών να έχει επιβεβαιώσει ότι υπήρξε δωροληψία.

Στη Λεωφόρο Συγγρού, σε γνωστό χώρο με στριπ σόου, φέρεται να γίνονταν συναντήσεις με αστυνομικό, ο οποίος ενημέρωνε το κύκλωμα για τον χρόνο των εφόδων της αστυνομίας στα καταστήματά του. Σε διαφορετική περίπτωση, η δικογραφία αναφέρει ότι αστυνομικός φέρεται να έλαβε 1.500 ευρώ. Οι δύο αστυνομικοί παραμένουν χωρίς ταυτοποίηση και θα ακολουθήσει νέα έρευνα για να εξακριβωθούν η ταυτότητα και ο βαθμός εμπλοκής τους.

Τα «πλοκάμια» του κυκλώματος στη Ρόδο

Στη Ρόδο το κύκλωμα φέρεται να είχε αναπτύξει εκτεταμένη επιχειρηματική παρουσία, με έλεγχο 28 παραλιών σε προνομιακά σημεία του νησιού. Οι κάτοικοι περιγράφουν τη δράση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης ως «κοινό μυστικό».

Οι πρώτοι επιχειρηματίες από την Αθήνα εμφανίστηκαν στη Ρόδο την περίοδο 2018-2020. Σύμφωνα με κατοίκους, επιδίωκαν κυρίως να αναλάβουν τη διαχείριση σημαντικού τμήματος από τις πιο προνομιακές παραλίες.

Όπως λένε κάτοικοι, οι επιχειρηματίες που μπήκαν στη συνέχεια στην αγορά φέρονται να είχαν στείλει άτυπο μήνυμα στους «ομπρελάδες» που δραστηριοποιούνταν ήδη στο νησί: όποια προσφορά κι αν έκαναν εκείνοι στις δημοπρασίες, οι ίδιοι θα κατέθεταν μεγαλύτερη.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, αφορά παραλιακό χώρο στην Καλλιθέα της Ρόδου. Για περίπου 500 τετραγωνικά μέτρα το συνηθισμένο τίμημα έφτανε περίπου τις 25.000 ευρώ. Κατά τις καταγγελίες, όμως, οι συγκεκριμένοι επιχειρηματίες πήραν την παραχώρηση προσφέροντας 200.000 ευρώ, δηλαδή ποσό πολύ υψηλότερο από εκείνο που δινόταν μέχρι τότε.

Συνήθως εξοφλούσαν μόνο την πρώτη δόση και στη συνέχεια άφηναν απλήρωτες τις οφειλές για τρία χρόνια. Τα χρέη βεβαιώνονταν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. κατά το τελευταίο έτος και, ύστερα από πρόταση του Δήμου, θα ακολουθούσε αποπομπή.

Παράλληλα, η οργάνωση έθετε την εταιρεία σε αναστολή λειτουργίας και μετέφερε τα χρέη στον αχυράνθρωπο, ο οποίος δεν είχε περιουσία, με αποτέλεσμα το Δημόσιο να μην εισπράττει ούτε ένα ευρώ. Με αυτή τη μέθοδο, στη Ρόδο είχαν φτάσει να ελέγχουν 28 παραλιακά πόστα.

Στη Ρόδο συνελήφθησαν συνολικά 14 άτομα, σε μεγάλη επιχείρηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Ανάμεσά τους φέρεται να είναι το πρωτοπαλίκαρο του επιχειρηματία στο νησί, το οποίο είχε απασχολήσει και παλαιότερα τις αστυνομικές Αρχές για υπόθεση μαστροπείας.

Ο κατηγορούμενος ιδιοκτήτης έλεγχε 433 εταιρείες με διευθυντές-αχυρανθρώπους

Ο κατηγορούμενος ιδιοκτήτης των φούρνων Χωριάτικο φέρεται να λειτουργούσε, μαζί με συνεργάτες του, περίπου 433 επιχειρήσεις στην Αττική, στην επαρχία, στη Ρόδο και στη Μύκονο.

Από αυτές, οι 340 ήταν φούρνοι, καφετέριες, χώροι διασκέδασης και καταστήματα στριπ σόου, ενώ υπήρχαν και εταιρείες ενοικίασης προσωπικού. Τα καταστήματα συντονίζονταν από κεντρικά γραφεία στην Αττική, όπου λειτουργούσαν άτυπο λογιστήριο και εκτεταμένο δίκτυο με περισσότερους από 100 αχυρανθρώπους.

Στο δίκτυο περιλαμβάνονταν γνωστός άνθρωπος της «Greek Mafia» και πρώην συνδικαλιστής της ΓΕΝΟΠ. Σύμφωνα με τη δικογραφία, είχαν αναλάβει διακριτούς ρόλους, όπως την επίβλεψη των καταστημάτων, τη σύσταση νομικών οντοτήτων και την πληρωμή των αχυρανθρώπων.

Οι αχυράνθρωποι αμείβονταν με 1.000 ευρώ τον μήνα. Ως πρόσωπα επιλέγονταν άνθρωποι με χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή προβλήματα υγείας, ακόμη και νεκροί ή ανύπαρκτοι.

Με τη χρήση των στοιχείων τους συστήνονταν στη συνέχεια εταιρείες ΙΚΕ, δημιουργούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί και ξεκινούσε η λειτουργία καταστημάτων. Αυτά λειτουργούσαν μέσω άλλων μελών της οργάνωσης, χωρίς να εμφανίζεται ο κατηγορούμενος ιδιοκτήτης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος στην Καλλιθέα, όπου γυναίκα-μέλος της οργάνωσης προσέλαβε εικονικά τον ιδιοκτήτη, εμφανίζοντάς τον ως διευθυντικό στέλεχος της επιχείρησης.

Σε βάθος δεκαετίας, η έρευνα δείχνει ότι δεν καταβάλλονταν συστηματικά εργοδοτικές εισφορές, με τις οφειλές να φτάνουν τα 38.800.000 ευρώ. Παράλληλα, καταγράφονται χρέη από επιστρεπτέες προκαταβολές του Δημοσίου, περίπου 38 εκατομμύρια ευρώ από φόρους μισθωτών υπηρεσιών, καθώς και απόκρυψη φορολογητέας ύλης ύψους περίπου 43 εκατομμυρίων ευρώ, όπως ΦΠΑ και φόρος εισοδήματος.

Σε βάρος των κατηγορουμένων έχει ασκηθεί δίωξη και για μαστροπεία.

Η υπόθεση άρχισε με καταγγελία για trafficking αλλοδαπών γυναικών, με το πρόσχημα της νόμιμης εργασίας. Έπειτα, τις εξέδιδαν σε κλαμπ στριπ σόου που διατηρούσε στην Αττική και τη Μύκονο. Η συνεχιζόμενη έρευνα εξετάζει επίσης ενδεχόμενη εμπλοκή αστυνομικών και άλλων δημοσίων λειτουργών στην οργάνωση.

Την ίδια παραδοχή φέρεται να κάνει μέλος της οργάνωσης, το οποίο διαθέτει εταιρεία βαν στη Μύκονο, καθώς και μεσάζων που επικοινώνησε με τον αρχηγό της οργάνωσης για να εργαστεί μία συγκεκριμένη κοπέλα.

Για την απόκρυψη των χρημάτων, η οργάνωση χρησιμοποιούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων στην Ιρλανδία και τη Δανία. Οι λογαριασμοί ήταν συνδεδεμένοι με τα POS των καταστημάτων, ενώ τα ποσά μεταφέρονταν στη συνέχεια σε εταιρείες-«κελύφη», υπό τη διαχείριση ηγετικών μελών της εγκληματικής οργάνωσης, και εμφανίζονταν ως έσοδα από το εξωτερικό.

Εντοπίστηκαν επίσης έξι εκατομμύρια ευρώ σε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Κύπρο, τους οποίους διαχειρίζονταν δύο αλλοδαπές. Η μία έχει διαφύγει στη Γερμανία και η άλλη στη Ρουμανία, ενώ η σύζυγος του αρχηγού εντοπίστηκε στην Πάτρα. Πραγματικός δικαιούχος ήταν ο ίδιος ο αρχηγός.