«Ποτέ, μα ποτέ, κανένας άνθρωπος να μην ζήσει πόλεμο. Κι όσοι τους σχεδιάζουν, δεν έχουν ζήσει οι ίδιοι τη φρίκη και τη δυστυχία που προκαλούν».

Η Πατρινή Ηρώ Γεωργοπούλου – Δανελάτου περιέγραψε στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων τα γεγονότα που έζησε στην Πάτρα το πρωί της Δευτέρας, 28 Οκτωβρίου 1940, καθώς ιταλικά αεροπλάνα βομβάρδιζαν την πόλη. Μίλησε και για τις δύσκολες ημέρες που ακολούθησαν, όταν κατέφυγε με την οικογένειά της σε χωριό, αναζητώντας προστασία από νέους βομβαρδισμούς. Με αυτή τη μαρτυρία, που διατηρεί ζωντανό τον φόβο και την αγωνία του πολέμου, επέλεξε να αρχίσει την αφήγησή της.

Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, η Ηρώ Γεωργοπούλου – Δανελάτου, μαθήτρια τότε της ΣΤ’ δημοτικού, έφυγε από το σπίτι της στην άνω πόλη της Πάτρας με προορισμό το σχολείο της.

«Εκείνο το πρωινό θυμάμαι ότι έκανε πολύ κρύο. Φύγαμε με τον αδελφό μου από το σπίτι μας, στην οδό Β. Ρούφου, χωρίς να γνωρίζουμε ότι έχει ξεσπάσει ο πόλεμος, για να πάμε στο σχολείο μας, το ιστορικό «Ρούφειο», το οποίο ήταν λίγο πιο πάνω, στην οδό Γ. Ρούφου.

Όταν βρεθήκαμε στην αίθουσα, είδαμε κάποια στιγμή τους δασκάλους στο γραφείο τους να συζητούν για το πώς θα ενεργούσαν. Είχαν ήδη μάθει για τον πόλεμο και προσπαθούσαν να αποφασίσουν αν θα συνεχίζονταν τα μαθήματα ή αν θα μας επέτρεπαν να γυρίσουμε στα σπίτια μας.

Ύστερα από λίγο, ακούσαμε αεροπλάνα να περνούν πάνω από την Πάτρα. Τρέξαμε αμέσως στα παράθυρα και τα χαιρετούσαμε, δίχως να ξέρουμε φυσικά ότι έριχναν βόμβες στην πόλη.

Οι βόμβες έπεσαν κυρίως στην οδό Γούναρη, αρκετά κοντά στο σχολείο μας, καθώς και στην Τριών Ναυάρχων. Λίγο αργότερα οι δάσκαλοι μπήκαν στις αίθουσες και μας ανακοίνωσαν ότι η Ιταλία είχε κηρύξει τον πόλεμο. Γι’ αυτό, μας είπαν, θα φεύγαμε από το σχολείο και θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας».

Η Ηρώ Γεωργοπούλου – Δανελάτου εξιστορεί στη συνέχεια όσα συνέβησαν μετά:

«Οι περισσότερες μητέρες των μαθητών είχαν μάθει ότι είχε ξεσπάσει ο πόλεμος και, όσο εμείς ήμασταν ακόμη στο σχολείο, είχαν φτάσει στην εξωτερική πόρτα. Τη χτυπούσαν για να ανοίξουν οι δάσκαλοι και να πάρουν τα παιδιά τους. Η δική μου μητέρα, όμως, δεν βρισκόταν εκεί. Εκείνο το πρωί είχε πάει στην τράπεζα της οδού Γούναρη για να εισπράξει τη σύνταξή της.

Αφού βγήκαμε από το σχολείο, ξεκινήσαμε για το σπίτι. Στον δρόμο αντικρίζαμε ανθρώπους να τρέχουν και να φωνάζουν. Ένας άνδρας, που μάλλον δεν ήταν Πατρινός, είχε πανικοβληθεί και δεν ήξερε πού να πάει· φώναζε, «ωχ, ωχ, πού να πάω εγώ τώρα που είμαι ξένος; ωχ, ωχ, πού να πάω που είμαι ξένος;».

Όταν φτάσαμε στο σπίτι με τον αδελφό μου, δεν είχαμε τρόπο να μπούμε, αφού η μητέρα μας έλειπε και δεν κρατούσαμε το κλειδί της πόρτας. Όπως είπα, είχε πάει στην τράπεζα για να πάρει τη σύνταξή της. Έτσι, με τον αδελφό μου Κυριάκο, καθίσαμε στο πλατύσκαλο και περιμέναμε ήσυχα να γυρίσει.

Μετά από λίγη ώρα την είδαμε να πλησιάζει, αλλά τρομάξαμε να την αναγνωρίσουμε, καθώς τα μαύρα ρούχα που φορούσε ως χήρα είχαν γίνει σταχτιά από τους καπνούς των βομβαρδισμών. Είχε βρεθεί πολύ κοντά στην περιοχή της οδού Γούναρη όπου έπεσαν οι βόμβες.

Οι βομβαρδισμοί και ο φόβος ότι θα επαναλαμβάνονταν οδήγησαν τη μητέρα μου στην απόφαση να εγκαταλείψουμε την Πάτρα. Θα πηγαίναμε στο χωριό του πατέρα μου, στο παλιό μας σπίτι στο Βασιλικό, που βρίσκεται αρκετά μακριά από την πόλη.

Την ίδια ώρα, έξω από το σπίτι μας είχαν συγκεντρωθεί περισσότεροι από 30 γείτονες, που ήθελαν να έλθουν μαζί μας όπου κι αν πηγαίναμε.

Έπειτα συγκεντρώσαμε όσα πράγματα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας και επιβιβαστήκαμε στο φορτηγό ενός συγγενή, για να φύγουμε για το χωριό».

Η Ηρώ Γεωργοπούλου – Δανελάτου συνεχίζει τη μαρτυρία της στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, περιγράφοντας όσα εκτυλίχθηκαν στο χωριό τις πρώτες ώρες του πολέμου:

«Η Γωγούλα, η μεγαλύτερη αδελφή μου, είχε αναχωρήσει από την Πάτρα για το χωριό περίπου δύο ημέρες πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Την Κυριακή 27 Οκτωβρίου ήταν προγραμματισμένος ο γάμος ενός συγγενή μας. Ο γάμος τελέστηκε, όμως λίγες ώρες αργότερα άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας, προειδοποιώντας για τον πόλεμο και την επιστράτευση των ανδρών. Ο γαμπρός ήταν μεταξύ εκείνων που κλήθηκαν να καταταγούν και έφυγε για το μέτωπο αμέσως μετά την τελετή. Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, βλέποντας πολλούς ανθρώπους να καταφθάνουν από την Πάτρα στο χωριό για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς, η αδελφή μου ανησύχησε και στενοχωρήθηκε, καθώς εμείς δεν είχαμε φτάσει ακόμη. Όταν τελικά καταφέραμε να πάμε στο σπίτι μας, το βρήκαμε άδειο και εγκαταλειμμένο εδώ και χρόνια, από τότε που πέθανε ο πατέρας μου.

Καθώς προσπαθούσαμε να βολευτούμε, χρησιμοποιήσαμε ως κρεβάτια τις τζιβιέρες, που παλιότερα χρησίμευαν για το άπλωμα της σταφίδας. Οι γείτονες μας έφεραν ψωμί και τυρί, αλλά και ρούχα για να σκεπαστούμε, αφού από την Πάτρα είχαμε πάρει μαζί μας μόνο τα απολύτως αναγκαία. Οι ημέρες και οι ώρες που ακολούθησαν ήταν, ωστόσο, πολύ δύσκολες. Δεν υπήρχαν ξύλα για να ζεσταθούμε, ούτε τριχιά και κουβάς για να αντλήσουμε νερό από το πηγάδι. Ευτυχώς, κάποιες οικογένειες του χωριού στάθηκαν στο πλευρό μας και μας έδωσαν γάλα, ξύλα και ό,τι άλλο μπορούσαν.»

Η Ηρώ Γεωργοπούλου – Δανελάτου αφηγήθηκε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ και ένα ακόμη περιστατικό που θυμάται έντονα: την επιστροφή ενός στρατιώτη μετά την κατάρρευση του μετώπου.

«Μια γειτόνισσά μας περίμενε με μεγάλη αγωνία τον γιο της, τον Θάνο, να γυρίσει από την Αλβανία. Τελικά ο γιος της επέστρεψε με τα πόδια από το μέτωπο. Θυμάμαι ήταν σε άθλια κατάσταση. Ξυπόλυτος και άπλυτος, αλλά υπερήφανος που είχε πολεμήσει για την πατρίδα».

«Αυτά τα παιδιά που πολέμησαν στην Αλβανία», όπως λέει χαρακτηριστικά, «ήσαν φτωχοί ήρωες, ήρωες με λίγα».