Ένα αυθεντικό τεμάχιο από την πολεμική σημαία του 23ου Συντάγματος Πεζικού (Χίου), που γλίτωσε τον Απρίλιο του 1941 από τους Γερμανούς κατακτητές, φυλάσσεται στη Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής». Το ανεκτίμητο εθνικό κειμήλιο συνοδεύει μια συγκλονιστική έκθεση-επιστολή, γραμμένη ιδιοχείρως από τον Χιώτη στρατιώτη Ιωάννη Νικ. Μαρή.

Με την έναρξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η πλατεία Βουνακίου στη Χίο γέμισε κόσμο. Περίπου 1.000 άνδρες αναχώρησαν με πλοία για το μέτωπο, ενταγμένοι στο 23ο ΣΠ. Ως τις 5 Νοεμβρίου, Σταθμός Διοικήσεως του Συντάγματος ήταν οι Σάπες, ενώ μέχρι τις 11 Νοεμβρίου αναφέρονται περιοχές της Φλώρινας και έως τις 17 Νοεμβρίου η Κρυσταλλοπηγή. Τη διοίκηση ανέλαβε αρχικά ο αντισυνταγματάρχης Ευστάθιος Ρόκκος και στη συνέχεια ο συνταγματάρχης Αριστοτέλης Μπάρμπανος.

Νυχτερινή ασυνεννοησία στις 19 Νοεμβρίου οδήγησε στον εγκλωβισμό στρατιωτικών τμημάτων, με απώλεια 30 ανδρών και τραυματισμό άλλων 100. Ωστόσο, το Σύνταγμα των Χίων, με υψηλό ηθικό και ισχυρή συνοχή, διακρίθηκε για τη γενναιότητα και το αίσθημα ευθύνης των ανδρών του, πρωτοστατώντας στην κατάληψη πολλών εχθρικών υψωμάτων. Οι επιχειρήσεις του θεωρήθηκαν απόλυτα επιτυχημένες, παρά τον ανεπαρκή εξοπλισμό και τα περιορισμένα μέσα.

Το χειρόγραφο του Ιωάννη Νικ. Μαρή

Με ημερομηνία 31 Μαΐου 1950, η έκθεση-επιστολή του Ιωάννη Νικ. Μαρή περιγράφει με ξεχωριστή ζωντάνια τις δραματικές τελευταίες ημέρες του Συντάγματος, τον Απρίλιο του 1941, όταν εισέβαλαν οι Γερμανοί. Το κείμενο ακολουθεί αυτούσιο, με μόνο τις απαραίτητες ορθογραφικές διορθώσεις ώστε να διαβάζεται ευκολότερα:

«Το απόγευμα της 12-4-41 διετάχθην από τον Διοικητήν του Συντάγματος να τεθώ κατά την μετακίνησιν υπό τας διαταγάς του εφέδρου Υπολοχαγού Παραδείση, ως Διοικητής της Ο.Δ.Σ. [σ.σ. Ομάδας Διασώσεως Σημαίας].

Την ίδια ημέρα ήρχισεν η υποχώρησις μέσω Λεσνίτσης – Βερντόβας.

Κατά την 4ην ημέραν της υποχωρήσεως, εκ των 5 παραστατών της σημαίας δεν μου έμενε παρά εις στρατιώτης ονόματι Αξιώτης. Ηναγκάσθην δε να χρησιμοποιήσω φίλους μου ως παραστάτας, τους Νικ. Καρούσον, Γ. Καραμαούναν, Αλ. Φραγκάκην και Σταμ. Ζαφειράκην, και τούτο δια να καλύψω τα κενά.

Η θέσις της Σημαίας εις την φάλαγγα θα έπρεπε να είναι εις το τέλος· πλην όμως, λόγω της βεβιασμένης υποχωρήσεως, ευρισκόμεθα πότε εις την αρχήν και πότε εις το μέσον της φάλαγγος.

Μέχρι της 6ης ημέρας η υποχώρησις εξηκολούθησε μάλλον κανονικά· την μεσημβρίαν της εβδόμης ημέρας το Ιον Τάγμα του Συντάγματός μας ενεπλάκη εις αγώνα κατά των Γερμανών περί το Άργος Ορεστικόν. Κατόπιν της διασπάσεως των γραμμών ήρχισεν η άτακτος υποχώρησις. Ευρισκόμην πάντοτε παρά το πλευρόν του Εφέδρου Υπολοχαγού Παραδείση· τους Φραγκάκην και Ζαφειράκην έχασα εις ένα δάσος, λόγω του πυκνού σκότους.

Την επομένην πρωίαν ηναγκάσθην να απαλλαγώ του κοντού της Σημαίας, λόγω της από 8ημέρου εξαντλητικής πορείας. Επεδιώξαμεν πάση θυσία να αποφύγωμεν την συνάντησιν μετά των Γερμανών, πλην όμως αι πληροφορίαι παρά των χωρικών περί της θέσεως των Γερμανών ήσαν συγκεχυμέναι.

Η πορεία μας εξηκολούθησεν καθ’ όλον το 24ωρον εν μέσω αγνώστων τόπων και το πρωί της επομένης ευρισκόμεθα έξωθεν του Τσοτυλίου, οπόθεν και επληροφορήθημεν την κατάληψιν του χωρίου παρά των Γερμανών. Προτού προλάβωμεν να συνέλθωμεν, αντικρύσαμεν τους πρώτους Γερμανούς έξωθι του σχολείου με εφ’ όπλου λόγχην και έχοντας ωρισμένους στρατιώτας εις παράταξιν να τους κάμνουν σωματικήν έρευναν.

Εφόσον η διαφυγή μας ήτο πλέον αδύνατος και εις εκτέλεσιν προηγουμένης διαταγής του Διοικητού του Συντάγματος, Συνταγματάρχου κ. Μπαρμπάνου, ότι η Σημαία επ’ ουδενί θα έπρεπε να περιπέσει σε εχθρικά χέρια, ο έφεδρος Υπολοχαγός Παραδείσης με διέταξε να κάψω την Σημαίαν, όπως και έγινεν, αφού προηγουμένως αφηρέσαμεν εξ αυτής τεμάχιον.

Το τεμάχιον εκρατήθη παρά του Ν. Καρούσου, ο οποίος ήτο παρών, καθώς και οι Γ. Καραμαούνας και Παραδείσης. Τον Σταυρόν της Σημαίας έθαψα.

Κατά τον Ιούνιον του 1948, στρατιώτης πλέον και περαστικός από το Τσοτύλι, ζήτησα τον Σταυρόν· δυστυχώς όμως, είτε επειδή δεν θυμόμουνα παρά αμυδρώς την τοποθεσίαν που τον είχα θάψει, ή και ενδεχομένως να είχε επέλθει αλλοίωσις του εδάφους, δεν κατόρθωσα να τον ανεύρω· άλλωστε, λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που είχα στη διάθεσή μου, η αναζήτησις εγένετο μάλλον επιπολαίως.

Το τεμάχιον που αφηρέθη από την Σημαίαν παρεδόθη από τον Καρούσον εις Αθήνας (εις τον Αρχιεπίσκοπον;) [σ.σ. Πιθανώς αναφέρεται στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, κοινή πρακτική προστασίας κειμηλίων κατά την Κατοχή] από όπου και απεστάλη ενταύθα. Φυλάσσεται εις την Βιβλιοθήκην, φέρει δε ζωγραφισμένην την κεφαλήν του Αγίου Γεωργίου.

Εν Χίω τη 31 Μαΐου 1950

Ο συντάκτης της παραπάνω έκθεσης

Ιωάννης Νικ. Μαρής»

Το τμήμα της σημαίας που διασώθηκε απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο και ανήκει στο πολιτιστικό υλικό της Βιβλιοθήκης μας, όπου καταγράφεται με Αρχειονομικό Αριθμό Α/Α 132. Αποτελεί ζωντανό τεκμήριο της αυτοθυσίας των Χιωτών αγωνιστών.

Στο χειρόγραφο ο Μαρής σημειώνει, θέτοντας ερωτηματικό: «παρεδόθη από τον Καρούσον εις Αθήνας (εις τον Αρχιεπίσκοπον;)». Αξίζει να αναφερθεί πως, κατά την Κατοχή, ήταν συνηθισμένο να παραδίδονται κειμήλια στην Αθήνα μέσω της Εκκλησίας ή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, ώστε να προστατευθούν.

«Ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, η συγκλονιστική αφήγηση του Ιωάννη Μαρή, μαζί με το φθαρμένο τμήμα της σημαίας που απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο (Α/Α 132) και φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη μας, μας γυρίζουν στις δραματικές ημέρες του Απριλίου 1941. Αποτελούν την ελάχιστη δική μας συμβολή στην τιμή προς τους Χιώτες που δεν δέχθηκαν να παραδώσουν τα σύμβολά τους στον εχθρό.

Στη Δημόσια Κεντρική Ιστορική Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής» η ιστορία του νησιού μας παραμένει ζωντανή και προσιτή σε όλους, έτοιμη να εμπνεύσει τις νεότερες γενιές και να διαφυλάξει την ιστορική συνείδηση του τόπου μας», αναφέρει η κ. Άννα Χαζίρη, στο πλαίσιο της έρευνάς της, μέσω της οποίας τεκμηριώθηκαν ιστορικά τα στοιχεία.

Η πορεία του Συντάγματος των Χιωτών

Τον Σεπτέμβριο του 1916, η προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας συγκρότησε στη Θεσσαλονίκη τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, με προσωπικό από στρατιώτες και εθελοντές των νησιών του Αιγαίου: Λήμνου, Μυτιλήνης, Χίου και Σάμου. Στη δύναμή της εντάχθηκαν το 4ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ), με δύο τάγματα στη Μυτιλήνη, το 5ο ΣΠ, επίσης με δύο τάγματα σε Μυτιλήνη και Λήμνο, και το 6ο ΣΠ, με δύο τάγματα στη Σάμο και τη Χίο. Ενταγμένη στο Α΄ Σώμα Στρατού, η Μεραρχία Αρχιπελάγους σημείωσε στις 17/30 Μαΐου 1918 την περίφημη και καθοριστική νίκη στη Μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν.

Βάσει του Νομοθετικού Διατάγματος της 30ής Δεκεμβρίου 1925 και του Προεδρικού Διατάγματος του 1926 «περί Οργανισμού του Στρατού», η Ταξιαρχία Αρχιπελάγους συγκροτήθηκε από το 22ο Σύνταγμα της Μυτιλήνης και το 23ο της Χίου. Με τον Νόμο 4321, το 1929, οι δύο μονάδες διατηρήθηκαν σε μικρότερη δύναμη, ως ημισυντάγματα. Την επόμενη χρονιά, με τον Νόμο 4532, ιδρύθηκε η Στρατιωτική Διοίκηση Αρχιπελάγους.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1935, η μονάδα της Χίου περιορίστηκε και έδρευε πλέον ως 23ο Τάγμα Πεζικού (ΤΠ). Το 1939, ωστόσο, με τον Αναγκαστικό Νόμο 2005 «περί Οργανισμού του Στρατού», ο οποίος παρέμενε σε ισχύ και τον Οκτώβριο του 1940, όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, αναβαθμίστηκε και πάλι σε 23ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ). Οργανικά, το Σύνταγμα υπαγόταν στη ΧΙΙΙ (13η) Μεραρχία Πεζικού (Αρχιπελάγους), με έδρα την Αλεξανδρούπολη, η οποία επιχειρησιακά υπαγόταν στο Δ΄ Σώμα Στρατού, με έδρα την Καβάλα, για την άμυνα της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης.