«Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των γεννήσεων μεταπολεμικά στη χώρα μας οι οποίες μετά από μια τριακονταετία (1951-1980) διακύμανσής τους, γύρω στις 150 χιλιάδες ετησίως κατά μέσο όρο, άρχισαν να μειώνονται με αποτέλεσμα την δεκαετία του 1990 να περιορισθούν στις 100 χιλ. και, στη συνέχεια, μετά από μια μικρή άνοδο την δεκαετία του 2000, να συνεχίσουν την πτωτική τους πορεία (65,0 χιλ. το 2026)».

Τα στοιχεία προέρχονται από έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, αφυπηρετήσαντα καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ). Όπως αναφέρει, η μείωση των γεννήσεων που καταγράφεται μετά το 1950 είχε αρχίσει ήδη πριν από τον πόλεμο: την περίοδο 1932-40, όταν ο πληθυσμός ήταν πολύ μικρότερος, σημειώνονταν κατά μέσο όρο σχεδόν 118,5 χιλιάδες γεννήσεις ετησίως, έναντι 154 χιλιάδων το 1955-64. Για την τρέχουσα δεκαετία, 2021-30, οι γεννήσεις αναμένεται να μην ξεπεράσουν τις 700 χιλιάδες, από τις 920 χιλιάδες της περιόδου 2011-20, δηλαδή να μειωθούν κατά 25%. Σε βάθος χρόνου, προσθέτει, η συρρίκνωση συνδέεται με τη μείωση των παιδιών που απέκτησαν οι γενεές που γεννήθηκαν μετά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η τάση των ζευγαριών να αποκτούν λιγότερα παιδιά αφορά όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και όχι μόνο την Ελλάδα, σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης. Όπως εξηγεί: «αν σε όλες σχεδόν τις χώρες της Δυτικής και Βορείου Ευρώπης η πτώση της γονιμότητας των γενεών ξεκίνησε με τις γενεές που γεννήθηκαν πολύ πιο πριν από τα τέλη του 19ου αιώνα, η πτωτική αυτή πορεία αναστράφηκε προσωρινά στις γυναίκες πουν γεννήθηκαν στον μεσοπόλεμο (αυτές έφεραν στον κόσμο περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους – βλ. και baby boom) – και συνεχίσθηκε, αν και με πολύ διαφοροποιημένους ρυθμούς, στις γυναίκες που γεννήθηκαν μετά το τέλος του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου. Οι αλλαγές δε στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές στις χώρες αυτές όσων γεννήθηκαν μετά τον πόλεμο, αλλαγές που οδήγησαν και στον περιορισμό του αριθμού των παιδιών συνοδεύτηκαν, εκτός των άλλων, και από την ριζική αναθεώρηση του θεσμού του γάμου, της μητρικής αγάπης, της μητρότητας, της σεξουαλικότητας, την ανάπτυξη νέων προβληματισμών για την εκπαίδευση των παιδιών και την κοινωνικοποίησή τους αλλά και την υιοθέτηση νέων στρατηγικών για την υλοποίηση των στόχων των δυο εταίρων που αποτελούν το ζευγάρι. Η υλοποίηση δε των στόχων αυτών είναι πλέον εφικτή στο πλαίσιο ενός νέου μοντέλου οικογένειας που διαφοροποιείται σημαντικά από τα προϋπάρχοντα».

Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, δύο βασικές διαφορές ξεχωρίζουν την Ελλάδα από αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης: Πρώτον, τα ζευγάρια άρχισαν να αποκτούν λιγότερα παιδιά πολύ αργότερα, μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, και η μείωση συνεχίζεται χωρίς διακοπή. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1985 αποκτούν λιγότερα από 1,5 παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν το 1930 είχαν σχεδόν 2,3. Δεύτερον, ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι γυναίκες στην Ελλάδα, οι οποίες γεννήθηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950, αποκλίνει όλο και περισσότερο από εκείνον που επιθυμούν, αλλά και από τα 2,07 παιδιά που απαιτούνται για την αναπλήρωση του πληθυσμού. Η απόσταση είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε σύγκριση με ευρωπαϊκές χώρες που εδώ και δεκαετίες έχουν διαμορφώσει πολύ ευνοϊκές συνθήκες για την οικογένεια και το παιδί, έχουν περιορίσει τις διακρίσεις μεταξύ των φύλων και τη σύγκρουση οικογένειας και εργασίας, ενώ διαθέτουν παράλληλα διευρυμένο και αποτελεσματικό κράτος πρόνοιας.

Ως αποτέλεσμα, οι μεταπολεμικές γενεές στην Ελλάδα αποκτούν σταδιακά λιγότερα παιδιά και οι γεννήσεις από το 1980 και μετά περιορίζονται. Αντίθετα, στις ευρωπαϊκές χώρες που προαναφέρθηκαν, όσοι γεννήθηκαν από το 1945 έως το 1985 απέκτησαν 1,8 έως 2,0 παιδιά, επίδοση που απέχει λίγο τόσο από τον αριθμό που επιθυμούν όσο και από εκείνον που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή τους».

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, επισημαίνει: « Αν και ο ρυθμός μείωσης των γυναικών 25-44 ετών θα επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια ενώ αναμένεται και μια επιβράδυνση τόσο της αύξησης της ήδη υψηλής μέσης ηλικίας στη γέννηση όσο και της μείωσης της διαγενεακής γονιμότητας των νεότερων γενεών, οι γεννήσεις την επόμενη εικοσαετία (2027-46), εν απουσία θετικού μεταναστευτικού ισοζυγίου, θα είναι παρ’ όλα αυτά λιγότερες από 1,4 εκατ. έναντι του 1,8 εκατ. της προηγουμένης (2007-2026). Θα είναι δε ακόμη λιγότερες την επομένη εικοσαετία, καθώς θα φθάσουν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας όσοι και όσες γεννήθηκαν ανάμεσα στο 2009 και το 2026 (υπενθυμίζουμε ότι οι γεννήσεις ανάμεσα στα δυο αυτά έτη μειώθηκαν 45%)».