Η εγκληματική οργάνωση εξαρθρώθηκε από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος. Τα μέλη της φέρονται να δραστηριοποιούνταν συστηματικά μέσω σωματείου-Μ.Κ.Ο., διαπράττοντας κατ’ επάγγελμα κακουργηματικές απάτες σε βάρος πολιτών που προσέφεραν δωρεές και υπεξαιρέσεις σε βάρος των ωφελούμενων των ερανικών δράσεων. Μέρος των παράνομων εσόδων, σύμφωνα με την υπόθεση, φέρεται να κατευθυνόταν στη χειραγώγηση ποδοσφαιρικών αγώνων και στη χρηματοδότηση ποδοσφαιρικών σωματείων.

Το πρωί της Παρασκευής, 30 Οκτωβρίου 2026, οργανώθηκε ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση σε διάφορες περιοχές της χώρας, με συντονιστή το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων. Στην επιχείρηση συνέδραμαν αστυνομικοί της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, της Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος και των Διευθύνσεων Αστυνομίας Πειραιώς, Ακαρνανίας, Μαγνησίας, Πιερίας, Κορινθίας, Λάρισας, Ηλείας, Τρικάλων, Χανίων, Ημαθίας, Άρτας, Α’ και Β’ Δωδεκανήσου, Καβάλας, Δράμας, Ζακύνθου, Ροδόπης, Εύβοιας, Κοζάνης, Φθιώτιδας και Αρκαδίας. Στο πλαίσιο των ενεργειών συνελήφθησαν -6- μέλη της οργάνωσης.

Για τους συλληφθέντες σχηματίστηκε δικογραφία, κατά περίπτωση, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, κακουργηματική απάτη και υπεξαίρεση, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Περιλαμβάνονται επίσης κατηγορίες για παραβίαση της νομοθεσίας περί ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού, σε συνδυασμό με δωροδοκία και δωροληψία με σκοπό την αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα.

Η έρευνα ξεκίνησε μετά από καταγγελία για τη διαφάνεια στη λειτουργία του σωματείου. Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, το Τμήμα Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων προχώρησε σε ενδελεχή αστυνομική και οικονομική έρευνα.

Η οργάνωση, σύμφωνα με τα ευρήματα, είχε χωριστεί σε δύο υποομάδες, καθεμία με διαφορετικό πεδίο εγκληματικής δράσης. Τη μεταξύ τους σύνδεση εξασφάλιζε ένα μέλος που συμμετείχε και στις δύο.

Η πρώτη υποομάδα συγκροτούνταν από -3- μέλη: έναν 37χρονο, μία 35χρονη και έναν 32χρονο. Είχε οργανωθεί τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2018, επιδιώκοντας παράνομο οικονομικό όφελος μέσω της συστηματικής εξαπάτησης πολιτών. Για τη συγκέντρωση χρημάτων από δωρεές χρησιμοποιούσε ως μέσο ένα σωματείο – Μ.Κ.Ο., με σκοπό να ενισχύονται οικονομικά παιδιά με σοβαρές ασθένειες ή αναπηρία.

Οι έρανοι, ωστόσο, διεξάγονταν χωρίς την άδεια που προβλέπει ο νόμος, ενώ ο πραγματικός σκοπός του σωματείου δεν ταυτιζόταν με εκείνον που παρουσιαζόταν. Από τα χρήματα που συγκεντρώνονταν, όπως διαπιστώθηκε, στους ωφελούμενους έφθανε μόνο μικρό ποσοστό· το μεγαλύτερο μέρος το ιδιοποιούνταν παράνομα ο 37χρονος και η 35χρονη.

Η δράση της εγκληματικής οργάνωσης και οι μέθοδοι εξαπάτησης

Για να κάνουν τη δράση τους να φαίνεται αξιόπιστη και να αξιοποιήσουν τη συγκίνηση των πολιτών, τα μέλη επέλεγαν παιδιά με σοβαρές παθήσεις ως δικαιούχους των εράνων. Οι ασθένειες αφορούσαν κυρίως διάφορες μορφές καρκίνου.

Στη συνέχεια αναρτούσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας των παιδιών και την ανάγκη οικονομικής στήριξης. Στις αναρτήσεις αναφέρονταν έξοδα για ιατρικές πράξεις, νοσηλεία, μετακινήσεις, διαβίωση και προσωρινή στέγαση ή φιλοξενία των παιδιών και των οικογενειών τους, ενώ δημοσιεύονταν και φωτογραφίες τους.

Ανάμεσα σε όσους έδιναν χρήματα βρίσκονταν και γνωστοί καλλιτέχνες, αθλητές και επιχειρηματίες. Τα μέλη της οργάνωσης δημοσιοποιούσαν τις δωρεές τους, ώστε να ενισχύουν την εικόνα αξιοπιστίας του σωματείου και να προσελκύουν περισσότερους δωρητές.

Οι διασταυρωτικοί έλεγχοι κατέγραψαν συνολικά -92- ερανικές δράσεις για -74- ωφελούμενα πρόσωπα, εκ των οποίων -55- έχουν ταυτοποιηθεί.

Η έρευνα έδειξε ακόμη ότι, προκειμένου να αυξήσουν τα έσοδα από τις δωρεές και να αποκομίσουν παράνομο οικονομικό όφελος, τα μέλη της υποομάδας ακολουθούσαν, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω πρακτικές:

Σε επαναλαμβανόμενους εράνους για το ίδιο παιδί αναρτούσαν διαφορετικές φωτογραφίες και στοιχεία, αποκρύπτοντας από τους πιθανούς δωρητές ότι είχαν προηγηθεί και άλλες δράσεις συγκέντρωσης χρημάτων.

Παρουσίαζαν ως απαραίτητες δαπάνες για ιατρικές πράξεις και νοσηλεία κόστη που στην πραγματικότητα καλύπτονταν από ασφαλιστικούς φορείς. Παράλληλα, εμφάνιζαν το ύψος των σχετικών εξόδων σημαντικά μεγαλύτερο από το πραγματικό και

Ανακοίνωναν πως ένα μέρος των δωρεών θα δινόταν για την οικονομική στήριξη νοσηλευτικών ιδρυμάτων, χωρίς τελικά να πραγματοποιούν τις αντίστοιχες πληρωμές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μητέρας παιδιού με καρκίνο, της οποίας τραπεζικός λογαριασμός απενεργοποιήθηκε έπειτα από ενέργειες των μελών της οργάνωσης, καθώς εκείνη είχε αποφασίσει να συγκεντρώνει δωρεές χωρίς τη συμμετοχή του σωματείου.

Αρχικά κατέθεσαν χρήματα στον λογαριασμό της και κατόπιν κατήγγειλαν στην τράπεζα ότι επρόκειτο για απάτη. Αργότερα προσφέρθηκαν να τη συνδράμουν, επιδιώκοντας να την οδηγήσουν ξανά στη διοργάνωση εράνου μέσω του σωματείου.

Στο πλαίσιο της οικονομικής έρευνας, η οποία έγινε με τη συνδρομή της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, εξετάστηκαν -29- τραπεζικοί λογαριασμοί και λογαριασμοί ιδρυμάτων πληρωμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αναλύθηκαν, επίσης, περισσότερες από -246.000- κινήσεις λογαριασμών.

Η οικονομική ανάλυση έδειξε πως από το 2018 έως το 2026 πιστώθηκαν σε λογαριασμούς του σωματείου και σε προσωπικούς λογαριασμούς του 37χρονου περισσότερα από 5.800.000 ευρώ. Δεν έχει εξακριβωθεί το συνολικό ποσό που συγκεντρώθηκε σε μετρητά από εκδηλώσεις και κουμπαράδες δωρεών σε διάφορες περιοχές της χώρας, ούτε αν τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν σε λογαριασμούς εμπλεκομένων ή διατηρήθηκαν ως μετρητά.

Η έρευνα στα οικονομικά στοιχεία κατέδειξε ότι οι δωρεές κατευθύνονταν τόσο σε τραπεζικούς λογαριασμούς του σωματείου όσο και σε προσωπικούς λογαριασμούς του 37χρονου, με χρήση της υπηρεσίας IRIS.

Τα ποσά που δεν έφταναν στις οικογένειες των παιδιών που επρόκειτο να ωφεληθούν, είτε αναλαμβάνονταν και κατατίθεντο εκ νέου σε προσωπικούς λογαριασμούς των εμπλεκομένων είτε μετακινούνταν μεταξύ λογαριασμών τους. Άλλα χρήματα κάλυπταν προσωπικές δαπάνες, ενώ ποσά διοχετεύονταν και σε λογαριασμούς εικονικών εταιρειών, με την επίφαση νόμιμων συναλλαγών.

Η οικονομική έρευνα κατέγραψε ότι τα παράνομα έσοδα επέτρεπαν στα μέλη της οργάνωσης να ζουν πολυτελώς. Μεταξύ άλλων, εντοπίστηκαν αγορές ακριβών επώνυμων καταναλωτικών προϊόντων, διαμονές σε πολυτελή καταλύματα και γεύματα σε εστιατόρια, καθώς και έξοδα για τις ανάγκες καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε πως τα μέλη είχαν οργανώσει, βάσει σχεδίου, ένα σύνθετο σύστημα μεταφοράς και νομιμοποίησης παράνομων εσόδων. Στόχος ήταν να εμφανίζονται τα κεφάλαια που αποκτήθηκαν εγκληματικά ως νόμιμα και να αποκρύπτεται η αρχική παράνομη προέλευσή τους.

Στο πλαίσιο του μηχανισμού αυτού, τα μέλη της πρώτης υποομάδας προχωρούσαν, μεταξύ άλλων, στις ακόλουθες ενέργειες:

  • αναλάμβαναν χρήματα σε μετρητά και τα κατέθεταν ξανά, ώστε να δυσχεραίνεται ο εντοπισμός της προέλευσής τους,
  • πραγματοποιούσαν αλλεπάλληλες μεταφορές χρημάτων ανάμεσα σε προσωπικούς και εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς,
  • αγόραζαν κινητά περιουσιακά στοιχεία, όπως αυτοκίνητα και πολυτελή καταναλωτικά αγαθά, χωρίς τα δηλωμένα εισοδήματά τους να δικαιολογούν τις αγορές,
  • χρησιμοποιούσαν συστηματικά τυχερά παιχνίδια και διαδικτυακό στοιχηματισμό, ώστε χρηματικά ποσά να παρουσιάζονται ως κέρδη από νόμιμες στοιχηματικές εταιρείες,
  • αξιοποιούσαν εικονικά εταιρικά σχήματα και εξέδιδαν εικονικά φορολογικά παραστατικά,
  • στήριζαν οικονομικά ποδοσφαιρικά σωματεία με άτυπες συναλλαγές εκτός λογιστικών βιβλίων.

Χαρακτηριστικά, σύμφωνα με τα ευρήματα, ο 37χρονος είχε καταθέσει σε στοιχηματικούς λογαριασμούς πάνω από 2.600.000 ευρώ και είχε αναλάβει ποσά που ξεπερνούσαν τα 2.000.000 ευρώ.

Στην υπόθεση εντοπίστηκαν ακόμη δύο εικονικές εταιρείες και μία εικονική ατομική επιχείρηση, μέσω των οποίων εκδίδονταν παραστατικά για να εμφανίζονται τα παράνομα έσοδα ως νόμιμες εταιρικές συναλλαγές. Συνολικά βρέθηκαν εννέα εικονικά φορολογικά παραστατικά, αξίας 149.700 ευρώ.

Η έρευνα έδειξε ακόμη ότι ο 37χρονος, την αγωνιστική περίοδο 2024-2025, λειτουργούσε ως αφανής διοικητικός παράγοντας και χρηματοδότης ποδοσφαιρικού σωματείου και έβαλε 62 στοιχήματα σε αγώνες της ομάδας. Αρκετά αφορούσαν την ήττα της, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αποκόμισε κέρδη.

Η δεύτερη υποομάδα φέρεται να είχε συσταθεί τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2026 και να αριθμούσε τέσσερα μέλη: τον 37χρονο της πρώτης υποομάδας, έναν 43χρονο, έναν 35χρονο και έναν 38χρονο. Τα μέλη της φέρονται να χειραγωγούσαν αποτελέσματα ποδοσφαιρικών αγώνων, επιδιώκοντας τόσο να ευνοήσουν συγκεκριμένη ερασιτεχνική ομάδα για να ανέβει στη Γ΄ Εθνική όσο και να αποκομίσουν παράνομα κέρδη ποντάροντας σε στημένους αγώνες.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, παράνομα χρήματα της πρώτης υποομάδας χρηματοδοτούσαν τη δράση της δεύτερης. Επιπλέον, ο 37χρονος φέρεται να είχε διαθέσει πάνω από 250.000 ευρώ για να στηρίξει δύο ποδοσφαιρικά σωματεία, στα οποία είχε ρόλο αφανή διοικητικού παράγοντα και χρηματοδότη.

Η οικονομική στήριξη γινόταν με άτυπες και ανεπίσημες συναλλαγές εκτός λογιστικών βιβλίων. Μετρητά καταβάλλονταν σε αθλητές, τεχνικό προσωπικό και προμηθευτές, χωρίς να εκδίδονται τα προβλεπόμενα φορολογικά παραστατικά.

Για να επηρεάσουν την έκβαση ποδοσφαιρικών αγώνων, τα μέλη της δεύτερης υποομάδας φέρονται να προσέφεραν χρηματικά ανταλλάγματα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν ευνοϊκή διαιτησία για συγκεκριμένη ομάδα.

Ειδικότερα, η έρευνα κατέληξε ότι ο 37χρονος είχε συμφωνήσει με δύο ακόμη μέλη της υποομάδας, τα οποία κατείχαν κρίσιμες θέσεις στη διεξαγωγή ποδοσφαιρικών αγώνων, να εξασφαλίζεται ευνοϊκή μεταχείριση για την ομάδα κατά την τρέχουσα αγωνιστική περίοδο.

Ένα από τα δύο μέλη φέρεται μάλιστα να είχε αναλάβει, με αμοιβή 300 έως 500 ευρώ για κάθε αγώνα, να διευθετεί αναμετρήσεις υπέρ της συγκεκριμένης ομάδας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δινόταν στους αγώνες με άμεσους ανταγωνιστές της για την άνοδο κατηγορίας.

Στο πλαίσιο της έρευνας καταγράφηκε, επίσης, ότι καταβλήθηκαν 1.000 ευρώ στα δύο προαναφερθέντα μέλη της οργάνωσης, με σκοπό να επηρεαστεί αθέμιτα η έκβαση αγώνα υπέρ της ίδιας ομάδας.

Τέλος, εξετάστηκε υπόθεση στοιχηματισμού σε αναμέτρηση του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου Κ19. Αφού ενημερώθηκε σχετικά από άλλο μέλος της δεύτερης υποομάδας, ο 37χρονος πόνταρε ζωντανά και αποκόμισε παράνομα κέρδη, ενώ ενημέρωσε και φιλικά του πρόσωπα για να στοιχηματίσουν με ανάλογο τρόπο.

Με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί έως τώρα, διευκρινίζεται ότι οι ομάδες που αγωνίστηκαν στη συγκεκριμένη αναμέτρηση δεν φαίνεται να είχαν συμμετοχή στη χειραγώγηση του αποτελέσματος.

Κατά τις έρευνες σε σπίτια και οχήματα, καθώς και στις σωματικές έρευνες, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων:

  • 8 κινητά τηλέφωνα,
  • 2 φορητοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές,
  • κεντρική μονάδα ηλεκτρονικού υπολογιστή,
  • φορητά μέσα αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων,
  • πολλές έντυπες, έγγραφες και χειρόγραφες σημειώσεις,
  • 2 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, ως προϊόντα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες,
  • 7 τσάντες και -2- πορτοφόλια από επώνυμους οίκους μόδας,
  • 3 ρολόγια επώνυμων εταιρειών
  • μπλοκ κενών συναλλαγματικών
  • 14 συναλλαγματικές, συνολικού ύψους 169.395 ευρώ
  • επιταγή αξίας 48.150 ευρώ,
  • ιδιωτικό συμφωνητικό για άτοκο δάνειο ύψους 52.000 ευρώ και
  • χρηματικό ποσό 18.330 ευρώ.

Στο πλαίσιο της αστυνομικής επιχείρησης εντοπίστηκαν και ελήφθησαν καταθέσεις από τους γονείς -34- παιδιών που ωφελήθηκαν. Η συνεκτίμηση των μαρτυριών και των οικονομικών στοιχείων έδειξε ότι οι πιστώσεις από δωρεές έφταναν τα -3.940.692- ευρώ, ενώ στις οικογένειες καταβλήθηκαν συνολικά περίπου -1.111.176- ευρώ. Έτσι, το παράνομο περιουσιακό όφελος εκτιμάται σε περίπου -2.829.516- ευρώ.

Παράλληλα, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες διέταξε, ανά περίπτωση, τη δέσμευση τραπεζικών και στοιχηματικών λογαριασμών του 37χρονου και της 35χρονης, καθώς και του σωματείου – Μ.Κ.Ο., στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Οι συλληφθέντες οδηγούνται στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή. Την ίδια ώρα, οι έρευνες συνεχίζονται για να προσδιοριστεί το πλήρες εύρος της εγκληματικής δράσης της οργάνωσης.