Ο Μαργαρίτης Σχοινάς, μιλώντας στη Θεσσαλονίκη στο επίσημο δείπνο της συνάντησης της ευρωπαϊκής πανεπιστημιακής συμμαχίας EPICUR, υπογράμμισε ότι το μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από τη γνώση, την έρευνα και τη συνεργασία των πανεπιστημίων της. Τόνισε πως οι ευρωπαϊκές πανεπιστημιακές συμμαχίες αποτελούν στρατηγική επένδυση που μπορεί να μετατρέψει την καινοτομία σε ευημερία, ενώ ανέδειξε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η βιώσιμη ανάπτυξη και η δημόσια υγεία ως κοινές προκλήσεις που απαιτούν ισχυρά ακαδημαϊκά δίκτυα και διεθνή συνεργασία.
Πιο αναλυτικά
Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα, πώς θα διατηρήσει την ευημερία, την ελευθερία και τον τρόπο ζωής της σε έναν κόσμο που αλλάζει και η απάντηση βρίσκεται πρωτίστως στην ικανότητά της να παράγει γνώση, να καλλιεργεί ταλέντα, να μετατρέπει την έρευνα σε καινοτομία και την καινοτομία, τελικά, σε ευημερία, τόνισε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτης Σχοινάς, ο οποίος ήταν, χθες βράδυ, κεντρικός ομιλητής στο επίσημο δείπνο (στη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης) της ετήσιας συνάντησης «Epicur Governance Week» της Ευρωπαϊκής Πανεπιστημιακής Συμμαχίας EPICUR, στη Θεσσαλονίκη.
«Τα Ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια αποτελούν μια στρατηγική επένδυση στο μέλλον της Ευρώπης, την οποία οφείλουν οι Βρυξέλλες να στηρίξουν», υπογράμμισε ο υπουργός, παρατηρώντας πως «η Ευρώπη υπήρξε διαχρονικά μια δύναμη ιδεών», καθώς «από τα πανεπιστήμια της Μπολόνιας και της Σορβόννης μέχρι τα μεγάλα ερευνητικά κέντρα της σύγχρονης εποχής, η ευρωπαϊκή πρόοδος δεν στηρίχθηκε ποτέ μόνο στους φυσικούς της πόρους ή στο μέγεθος των αγορών της», αντιθέτως, «στηρίχθηκε στη γνώση, στην επιστημονική “περιέργεια”, στην ελευθερία της σκέψης και στην ικανότητα διαφορετικών ανθρώπων να συνεργάζονται αρμονικά και να δημιουργούν».
Ο κ. Σχοινάς τόνισε ότι παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την πορεία των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων, καθώς στη διάρκεια της θητείας του ως αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η πρωτοβουλία αυτή βρισκόταν στον πυρήνα των αρμοδιοτήτων του στον τομέα της εκπαίδευσης. «Θυμάμαι πολύ καλά τις πρώτες συζητήσεις γύρω από μια ιδέα που τότε φάνταζε εξαιρετικά φιλόδοξη. Πώς να φέρουμε τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια πιο κοντά από ποτέ, όχι μέσα από περιστασιακές συνεργασίες ή μεμονωμένα προγράμματα ανταλλαγών, αλλά μέσα από μια νέα αντίληψη για το τι σημαίνει ευρωπαϊκός ακαδημαϊκός χώρος. Η φιλοδοξία μας ήταν μεν απλή στη διατύπωσή της, αλλά απαιτητική στην υλοποίησή της», σημείωσε, προσθέτοντας ότι «σήμερα, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η ιδέα έχει αποκτήσει σάρκα και οστά».
«Το 2022 θέσαμε ως στόχο να επεκτείνουμε τις συνεργασίες ανάμεσα στα Πανεπιστήμια και 4 χρόνια αργότερα έχουμε 73 συμμαχίες, οι οποίες αποδεικνύουν ότι η Ευρώπη μπορεί ακόμη να καινοτομεί, να συνεργάζεται και να χτίζει το μέλλον της με αυτοπεποίθηση», διευκρίνισε.
Τόνισε, δε, ότι η EPICUR αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της προσπάθειας, καθώς στις προτεραιότητές της βρίσκεται «μια μικρογραφία των μεγάλων προκλήσεων που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες». Όπως εξήγησε, η βιώσιμη ανάπτυξη, η κλιματική αλλαγή, η διαχείριση των φυσικών πόρων, η δημόσια υγεία, η επικοινωνία της επιστήμης, η σύνδεση της γνώσης με τις ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι «τα μεγάλα ζητήματα που θα καθορίσουν την ποιότητα ζωής των Ευρωπαίων πολιτών, την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών μας και τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο του αύριο».
«Το μήνυμα που εκπέμπει η EPICUR είναι ότι η συνεργασία είναι ισχυρότερη από την απομόνωση και πως η γνώση πολλαπλασιάζεται όταν μοιράζεται», είπε ο υπουργός, επισημαίνοντας ότι «οι μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας δεν γνωρίζουν σύνορα και επομένως δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα σε εθνικά στεγανά».
«Ποιο ζήτημα -από την κλιματική αλλαγή και τη βιώσιμη ανάπτυξη έως τη διαχείριση του νερού και των φυσικών πόρων, αλλά και την κινητικότητα των πληθυσμών- μπορεί να λυθεί από μία μόνο χώρα; Ποιο από αυτά τα ζητήματα μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς διεθνή συνεργασία, χωρίς επιστημονική αριστεία και χωρίς τη συμμετοχή των νέων ανθρώπων που σήμερα βρίσκονται στα πανεπιστήμιά μας;», διερωτήθηκε, καταλήγοντας ότι «είναι προφανές ότι η μία χώρα μαθαίνει από την άλλη και ανταλλάσσουν τεχνογνωσία» και «γι’ αυτό ακριβώς η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο από ποτέ ισχυρά πανεπιστήμια, ισχυρά ερευνητικά δίκτυα και ισχυρές ακαδημαϊκές συνεργασίες»
