Ο Κυριάκος Πιερρακάκης κάλεσε την Ευρώπη να κινηθεί άμεσα για να αντιμετωπίσει το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας, τονίζοντας ότι οι αυξημένες ανάγκες για επενδύσεις σε άμυνα, ενέργεια, τεχνητή νοημοσύνη και πράσινη μετάβαση απαιτούν βαθύτερη ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης. Υποστήριξε πως η άρση των εμποδίων, η απλούστευση του πλαισίου και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα είναι κρίσιμες για να διοχετευθούν οι αποταμιεύσεις στην πραγματική οικονομία και να στηριχθεί η ανάπτυξη.
Πιο αναλυτικά
«Η Ευρώπη εισέρχεται στη νέα εποχή με τεράστια πλεονεκτήματα, αλλά και με μια θεμελιώδη πρόκληση. Δεν αναπτυσσόμαστε αρκετά γρήγορα. Η παραγωγικότητα παραμένει πολύ χαμηλή. Το χάσμα ανταγωνιστικότητάς μας έχει, στην πραγματικότητα, διευρυνθεί».
Αυτό επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στο Eurofi Financial Forum στο Δουβλίνο. Τονίζοντας ότι «και ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να επιταχύνουμε, οι επενδυτικές μας ανάγκες αυξάνονται επίσης δραματικά: στην άμυνα, στην ενέργεια, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, συνολικά στις ψηφιακές υποδομές, στην καινοτομία και στην πράσινη μετάβαση».
Σύμφωνα με τον υπουργό, «τα υγιή δημόσια οικονομικά παραμένουν το θεμέλιο μιας διατηρήσιμης οικονομικής ισχύος. Όμως οι δημόσιοι προϋπολογισμοί απλώς δεν έχουν τη δυνατότητα από μόνοι τους να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις τέτοιας κλίμακας». Λέγοντας ότι «δεν έχουμε ακόμη δημιουργήσει ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανό να κινητοποιεί αποτελεσματικά αυτές τις αποταμιεύσεις σε ευρωπαϊκή κλίμακα και να τις κατευθύνει προς τις επιχειρήσεις μας, προς την καινοτομία, προς τις επενδύσεις».
Ο κ. Πιερρακάκης πρόσθεσε ότι «αυτή ακριβώς είναι η φιλοδοξία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: να συνδέσει αποτελεσματικότερα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις με τις ευρωπαϊκές επενδύσεις και να δημιουργήσει βαθύτερες και περισσότερο ενοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι κεφαλαιαγορές αποτελούν μόνο ένα μέρος αυτής της εξίσωσης. Με τις τράπεζες να παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν μπορούμε να έχουμε μια αποτελεσματική Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων χωρίς έναν ανταγωνιστικό και ενοποιημένο τραπεζικό τομέα. Γι’ αυτό και η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης δεν αποτελεί απλώς μια ατζέντα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αποτελεί, στην πραγματικότητα, κρίσιμο μέρος της αναπτυξιακής στρατηγικής της Ευρώπης».
Ο κ. Πιερρακάκης έκανε λόγο για έναν κατακερματισμένο τραπεζικό τομέα κατά μήκος των εθνικών συνόρων, που δεν διαθέτει επαρκή κλίμακα, ενώ τμήματα του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου παραμένουν αδικαιολόγητα περίπλοκα. Υπό αυτή την έννοια, πρόσθεσε, το κόστος του κατακερματισμού λειτουργεί πλέον σαν ένας στρατηγικός «φόρος». Ένας φόρος για την Ευρώπη, ένας φόρος στην κλίμακα, ένας φόρος στις επενδύσεις, ένας φόρος στην ανάπτυξη. Ο υπουργός επεσήμανε ότι μόλις περίπου το 16% του εταιρικού δανεισμού στη ζώνη του ευρώ είναι διασυνοριακό. Οι διασυνοριακοί τραπεζικοί όμιλοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στην αποτελεσματική μεταφορά κεφαλαίων και ρευστότητας μεταξύ των χωρών, γεγονός που περιορίζει τόσο την ενοποίηση όσο και τη συγκέντρωση του κλάδου.
Και είπε ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, η άρση αυτών των περιορισμών θα μπορούσε να απελευθερώσει ρευστά στοιχεία ενεργητικού υψηλής ποιότητας ύψους 230 δισ. ευρώ, ενώ το κόστος συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και υποβολής αναφορών εκτιμάται σε περίπου 24 δισ. ευρώ.
«Χρειαζόμαστε», είπε ο κ. Πιερρακάκης, «ένα απλούστερο και πιο αναλογικό πλαίσιο. Και, προφανώς, χρειαζόμαστε μεγαλύτερη ενοποίηση και μεγαλύτερη κλίμακα. Η κλίμακα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ανταγωνιστικότητα και τις επενδύσεις στην τεχνολογία. Χρειαζόμαστε Ευρωπαϊκούς τραπεζικούς πρωταθλητές που θα μπορούν να ανταγωνίζονται σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά χρειαζόμαστε επίσης ισχυρές περιφερειακές και τοπικές τράπεζες, οι οποίες θα γνωρίζουν τις κοινότητές τους, ώστε να χρηματοδοτούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να διατηρούν τα κεφάλαια συνδεδεμένα με την πραγματική οικονομία. Γι’ αυτό υποστηρίζω σθεναρά την κατεύθυνση που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Τόσο η έκθεση όσο και η ανακοίνωσή της είναι φιλόδοξες και ολοκληρωμένες».
Ο υπουργός ανέφερε ότι χρειάζεται πρόοδος σε τρία διαφορετικά μέτωπα:
- Πρώτον, ενοποίηση και κλίμακα. Να αρθούν τα διασυνοριακά εμπόδια, να διευκολυνθεί η περαιτέρω συγκέντρωση και να επιτραπεί η αποτελεσματικότερη διακίνηση κεφαλαίων και ρευστότητας.
- Δεύτερον, εμπιστοσύνη και κοινές δικλείδες ασφαλείας: ενίσχυση της διαχείρισης κρίσεων, της ρευστότητας και της εξυγίανσης, καθώς και της ασφάλισης καταθέσεων, διότι μια μεγαλύτερη ενοποίηση απαιτεί και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.
- Και τρίτον, ανταγωνιστικότητα. Να απλοποιήσουμε το πλαίσιο, να ενισχύσουμε την αρχή της αναλογικότητας και να βελτιώσουμε τη συνέπεια της εποπτείας, διατηρώντας παράλληλα την ανθεκτικότητα που εργαστήκαμε τόσο σκληρά για να οικοδομήσουμε. Καλύτερη ρύθμιση, όχι λιγότερη ρύθμιση.
«Οι ανταγωνιστές μας δεν περιμένουν. Οι επενδύσεις δεν περιμένουν. Και ασφαλώς η τεχνολογία δεν περιμένει», είπε χαρακτηριστικά. Και πρόσθεσε ότι «σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του Eurogroup είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Μας προσφέρει τον απαραίτητο χώρο για τις στρατηγικές πολιτικές συζητήσεις που χρειαζόμαστε και που θα χρειαστούμε τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες: για να ακούσουμε τις διαφορετικές εθνικές οπτικές, να κατανοήσουμε τις θεμιτές ανησυχίες, να οικοδομήσουμε εμπιστοσύνη και να βρούμε κοινό έδαφος αρκετά γρήγορα ώστε να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα. Γιατί, τελικά, δεν πρόκειται για τις τράπεζες. Δεν πρόκειται για τον τραπεζικό τομέα αυτόν καθ’ αυτόν. Πρόκειται για την ανάπτυξη».
Ο υπουργός κατέληξε στην ομιλία του λέγοντας ότι «η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια άλλης καθυστέρησης. Η ευθύνη μας είναι απέναντι στην επόμενη γενιά. Πρέπει να αποδείξουμε ότι, όταν η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική στιγμή, μπορούμε να βρούμε την πολιτική βούληση για να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας, να λάβουμε δύσκολες αποφάσεις και να κινηθούμε με την ταχύτητα και τη φιλοδοξία που απαιτούν οι περιστάσεις. Γιατί μια ισχυρότερη Ευρώπη σημαίνει ισχυρότερα κράτη-μέλη.
Πιο ευημερούντα, πιο ασφαλή και περισσότερο ικανά να δημιουργούν τις ευκαιρίες που χρειάζονται οι πολίτες και οι επιχειρήσεις τους».
