Η Αθήνα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ μετά τις βουλευτικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου. Η κάλπη διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερα σύνθετο κοινοβουλευτικό σκηνικό, χωρίς καμία από τις δύο κύριες πολιτικές παρατάξεις να συγκεντρώνει την απαιτούμενη πλειοψηφία για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Επισήμως, η Ελλάδα θεωρεί την εκλογική διαδικασία εσωτερική υπόθεση της συμμαχικής χώρας και αποφεύγει σχόλια που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως παρέμβαση στους πολιτικούς συσχετισμούς. Παρά τη στάση αυτή, η ελληνική διπλωματία εξετάζει με έντονο ενδιαφέρον το αποτέλεσμα, καθώς όσα συμβαίνουν στο Ισραήλ επηρεάζουν άμεσα τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην πρωθυπουργία, με εκλογικό προβάδισμα αλλά χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αξιολογείται με δύο τρόπους από την Αθήνα. Με περίπου το 91% των ψήφων καταμετρημένο, ο συνασπισμός του φαίνεται να κερδίζει 53 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ, του ισραηλινού Κοινοβουλίου, ενώ για κυβερνητική πλειοψηφία απαιτούνται 61. Ο αντίπαλος συνασπισμός, με επικεφαλής τον πρώην αρχηγό των ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, Γκάντι Άιζενκοτ, συγκεντρώνει 48 έδρες και τα αραβικά κόμματα συνολικά 19. Με το όριο των 61 εδρών αναγκαίο για κυβέρνηση, το Ισραήλ εισέρχεται σε περίοδο διαβουλεύσεων, κατά την οποία παραμένουν ανοιχτά τόσο τα σενάρια ευρύτερων συνεργασιών όσο και η παρατεταμένη κυβερνητική εκκρεμότητα.
Για την Αθήνα, το ότι ο Νετανιάχου παραμένει προσωρινά στην εξουσία σημαίνει πως οι δίαυλοι επικοινωνίας στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο δεν αλλάζουν. Η δυνατότητα άμεσης συνεννόησης των κυβερνήσεων αποκτά ιδιαίτερη αξία, καθώς η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος αντιμετωπίζουν διαρκείς προκλήσεις ασφαλείας. Η ελληνική πλευρά υπολογίζει ότι, αν εκδηλωθεί σοβαρή περιφερειακή κρίση, θα συνεχίσει τουλάχιστον το προσεχές διάστημα να συνομιλεί με την ίδια πολιτική ηγεσία του Ισραήλ, με την οποία έχει οικοδομήσει στενή συνεργασία τα τελευταία χρόνια.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική, από την άλλη, θεωρεί πάγια ότι η στρατηγική σχέση της Αθήνας με το Ισραήλ έχει εδραιωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην εξαρτάται ούτε από την πολιτική επιβίωση του Μπενιαμίν Νετανιάχου ούτε από τη σύνθεση κάθε ισραηλινής κυβέρνησης. Η συνεργασία των δύο κρατών έχει θεσμικό υπόβαθρο και σταδιακά επεκτάθηκε σε πολλούς τομείς, όπως η άμυνα, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, η ενέργεια, η οικονομία και η περιφερειακή ασφάλεια. Επομένως, μια ενδεχόμενη αλλαγή στην ηγεσία του Ισραήλ δεν θεωρείται ότι θα επιφέρει αυτομάτως αλλαγή στους βασικούς προσανατολισμούς της διμερούς συνεργασίας.
Η αμυντική συνεργασία και τα ισχυρά στρατηγικά συμφέροντα
Σημαντικό βάρος έχει η άμυνα, πεδίο στο οποίο οι σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ έχουν αποκτήσει ουσιαστικό επιχειρησιακό και εξοπλιστικό βάθος. Ενδεικτική είναι η διακρατική συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στο Τελ Αβίβ στις 31 Αυγούστου 2026 και αφορά την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Πρόκειται για το πολυεπίπεδο ελληνικό σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και αντι-drone προστασίας, με συνολικό προϋπολογισμό 3,035 δισ. ευρώ. Στους όρους περιλαμβάνεται η συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών από τους κλάδους της άμυνας και της τεχνολογίας, με ποσοστό άνω του 25% της συνολικής αξίας του προγράμματος, καθώς και η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα. Με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, το εξοπλιστικό αυτό πρόγραμμα καταδεικνύει τη θέση που κατέχει πλέον το Ισραήλ στον σχεδιασμό για τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται το Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ για το 2026, το οποίο υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στη Λευκωσία, καθώς και το Κοινό Σχέδιο Δράσης Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Οι συμφωνίες προβλέπουν κοινές επιχειρησιακές δράσεις και στρατιωτικές ασκήσεις, συνεκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και τακτικές επαφές των στρατιωτικών επιτελείων, με στόχο την ενίσχυση του συντονισμού και της διαλειτουργικότητας των τριών χωρών. Για την Αθήνα, η θεσμική κατοχύρωση των συνεργασιών αυτών συνιστά σημαντική εγγύηση συνέχειας, όποιες κι αν είναι οι πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ. Η ελληνική πλευρά καλείται τώρα να σταθμίσει αν μια ενδεχόμενη παρατεταμένη κυβερνητική αστάθεια στην ισραηλινή πολιτική σκηνή θα μπορούσε να καθυστερήσει τη λήψη αποφάσεων και την εφαρμογή των κοινών αμυντικών σχεδιασμών.
Η σημασία της Κύπρου και του σχήματος «3+1»
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διαφύλαξη της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, ενός από τους κεντρικούς πυλώνες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την προσθήκη των Ηνωμένων Πολιτειών στο σχήμα «3+1», η συνεργασία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία, συνδέοντας την ενεργειακή ασφάλεια με τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Στη συνάντησή του στην Αθήνα με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, στις 7 Οκτωβρίου, ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε επισημάνει ότι το σχήμα, το οποίο ξεκίνησε με ενεργειακό χαρακτήρα, έχει πλέον εξελιχθεί σε ισχυρό γεωπολιτικό μηχανισμό.
Η προώθηση μεγάλων ενεργειακών έργων αποτελεί επίσης μέρος αυτής της συνεργασίας, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Great Sea Interconnector, το έργο που προβλέπει ηλεκτρική σύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο και σε επόμενο στάδιο με το Ισραήλ. Η υλοποίησή του συναντά σοβαρά τεχνικά, χρηματοδοτικά και γεωπολιτικά εμπόδια, ενώ η Τουρκία αντιδρά στις θαλάσσιες έρευνες που είναι αναγκαίες για την πρόοδό του. Ως εκ τούτου, η Αθήνα θεωρεί ότι η στενή σχέση με το Ισραήλ έχει ουσιαστική σημασία για την προώθηση των ενεργειακών σχεδίων και την ενίσχυση της διασύνδεσης στην περιοχή.
Η 10η Τριμερής Σύνοδος Κορυφής Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, που φιλοξενήθηκε στην Ιερουσαλήμ τον Δεκέμβριο του 2025, είχε επίσης αναδείξει τη σημασία της συνεργασίας. Στη συνάντηση συμμετείχαν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Νίκος Χριστοδουλίδης και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι τρεις ηγέτες επανέλαβαν την πρόθεσή τους να διευρύνουν τη συνεργασία σε ζητήματα θαλάσσιας ασφάλειας, ενεργειακών υποδομών και μεταφορών, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση και στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC).
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι προοπτικές της επόμενης ημέρας
Η Αθήνα αξιολογεί το αποτέλεσμα των εκλογών και σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, αφού η σύνθεση της νέας ισραηλινής κυβέρνησης μπορεί να επηρεάσει τη στάση της χώρας απέναντι στο Ιράν, τον Λίβανο και το Παλαιστινιακό. Πάγια θέση της Ελλάδας είναι πως το Ισραήλ δικαιούται να προστατεύει την ασφάλειά του και να αμύνεται, τηρώντας το διεθνές δίκαιο. Παράλληλα, η Αθήνα στηρίζει την προστασία των αμάχων, τη συνέχιση της εκεχειρίας στη Γάζα και την επανέναρξη της πολιτικής διαδικασίας, με στόχο τη λύση των δύο κρατών. Με αυτή την προσέγγιση επιδιώκει να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας τόσο με το Ισραήλ όσο και με τις αραβικές χώρες.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η αβεβαιότητα που συνοδεύει το εκλογικό αποτέλεσμα είναι ένας παράγοντας που πρέπει να σταθμίσει η ελληνική διπλωματία. Ο Νετανιάχου δεν έχει τη δυνατότητα να συγκροτήσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, τα αραβικά κόμματα ενισχύουν την κοινοβουλευτική τους παρουσία και οι αντίπαλοί του δυσκολεύονται να συμφωνήσουν μεταξύ τους, αφήνοντας ανοιχτές διαφορετικές εκδοχές για την επόμενη ημέρα. Η συγκρότηση κυβέρνησης ευρύτερης συνεργασίας, η διαμόρφωση εναλλακτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ή ακόμη και η προκήρυξη νέων εκλογών μπορούν να δημιουργήσουν διαφορετικά πολιτικά δεδομένα στο Ισραήλ και να επηρεάσουν την περιφερειακή διπλωματία. Για την Αθήνα, πάντως, προτεραιότητα είναι να υπάρχει μια σταθερή και αξιόπιστη ισραηλινή κυβέρνηση με την οποία να συνομιλεί, ικανή να τηρήσει τις δεσμεύσεις της και να συνεχίσει τις κοινές πρωτοβουλίες.








