Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η νέα αμερικανική εκστρατεία για τον οικονομικό στραγγαλισμό του Ιράν στοχεύει να κόψει κάθε δίοδο χρηματοδότησης της Τεχεράνης, όμως σκοντάφτει στο μεγαλύτερο της στήριγμα: την Κίνα, που αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος του ιρανικού πετρελαίου και διαθέτει τη δύναμη να απαντήσει με σκληρά αντίποινα αν οι ΗΠΑ χτυπήσουν τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις. Έτσι, η πίεση προς το Ιράν κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ευρύτερη σύγκρουση ΗΠΑ–Κίνας, με συνέπειες για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις διεθνείς εμπορικές ισορροπίες.

Πιο αναλυτικά

Η Ουάσιγκτον υπόσχεται να κόψει κάθε οικονομική «αρτηρία» που κρατά όρθιο το Ιράν. Υπάρχει όμως μία αρτηρία που μέχρι στιγμής αποφεύγει να κλείσει: η Κίνα. Το Πεκίνο αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος του ιρανικού πετρελαίου και διαθέτει τα οικονομικά όπλα για να απαντήσει εάν ο Ντόναλντ Τραμπ αποφασίσει να πλήξει μεγάλες κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο ρίσκο της νέας αμερικανικής στρατηγικής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει να κάνει στην ιρανική οικονομία αυτό που η στρατιωτική πίεση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα: να τη φέρει σε σημείο όπου το κόστος της συνέχισης της σύγκρουσης θα γίνει δυσβάσταχτο για την Τεχεράνη.

Η νέα εκστρατεία οικονομικής πίεσης, την οποία ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ παρουσίασε ως «Operation Economic Outcast», συνοδεύτηκε από εξαιρετικά σκληρή ρητορική. Η Ουάσιγκτον θέλει, όπως διαμηνύει, να κόψει κάθε εναπομείνασα οικονομική σανίδα σωτηρίας του Ιράν.

Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Η μεγαλύτερη από αυτές τις σανίδες σωτηρίας βρίσκεται στο Πεκίνο.

Και όσο περισσότερο η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν, τόσο περισσότερο πλησιάζει σε μια επιλογή που μέχρι στιγμής φαίνεται να αποφεύγει: μια απευθείας οικονομική αναμέτρηση με την Κίνα.

Η «τρύπα» στο σχέδιο του Τραμπ λέγεται Κίνα

Η πρώτη κίνηση της Ουάσιγκτον ήταν εντυπωσιακή σε αριθμούς. Περισσότερες από 60 εταιρείες, πρόσωπα και πλοία μπήκαν στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων, μεταξύ των οποίων εταιρείες στην Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, καθώς και δίκτυα που κατηγορούνται ότι βοηθούν την Τεχεράνη να πουλά πετρέλαιο, να μεταφέρει χρήματα και να παρακάμπτει τις κυρώσεις.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, όμως, είναι ποιοι δεν μπήκαν στο στόχαστρο.

Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, η Ουάσιγκτον παρουσίασε μια εκστρατεία που φιλοδοξεί να πλήξει κάθε οικονομική οδό που κρατά το Ιράν όρθιο, αλλά απέφυγε να χτυπήσει ευθέως τη χώρα που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη επέτρεψε στην Τεχεράνη να αντέξει χρόνια αμερικανικών κυρώσεων: την Κίνα και, κυρίως, τις μεγάλες κινεζικές τράπεζες και επιχειρήσεις.

Αυτό δεν μοιάζει με παράλειψη.

Μοιάζει με υπολογισμό κινδύνου.

Το Atlantic Council καταλήγει σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα: ένα πραγματικά συντριπτικό πλήγμα στην ιρανική οικονομία πιθανότατα θα απαιτούσε την επιβολή σημαντικού κόστους σε μεγάλες κινεζικές εταιρείες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί.

Ο ίδιος ο Μπέσεντ, όταν ρωτήθηκε γιατί η πρώτη δέσμη μέτρων δεν ήταν ακόμη πιο επιθετική, έδωσε μια απάντηση που ίσως αποκαλύπτει ολόκληρο το δίλημμα της Ουάσιγκτον: δεν θα ήθελε, είπε, να προκαλέσει αναταραχή στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Με άλλα λόγια, η Αμερική έχει το όπλο. Το ερώτημα είναι αν τολμά να το χρησιμοποιήσει.

Γιατί η Κίνα είναι τόσο σημαντική για το Ιράν

Η σχέση δεν είναι θεωρητική. Είναι πετρέλαιο, χρήμα και δίκτυα πληρωμών.

Η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο αγοραστή ιρανικού αργού και τον κορυφαίο εμπορικό εταίρο του Ιράν. Πριν από τη μεγάλη πτώση των τελευταίων μηνών, οι κινεζικές εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου κινούνταν περίπου στα 1,4 έως 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με διαφορετικές εκτιμήσεις που επικαλούνται διεθνή μέσα.

Οι ροές έχουν πλέον περιοριστεί σημαντικά. Στοιχεία της Kpler που επικαλείται ο Guardian δείχνουν ότι από περίπου 1,57 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Φεβρουάριο, οι ποσότητες που κατευθύνονται στην Κίνα έχουν πέσει στα περίπου 534.000 βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο.

Αυτό δείχνει ότι η αμερικανική πίεση ήδη πονάει.

Δεν σημαίνει όμως ότι η οικονομική αρτηρία έχει κοπεί.

Το ιρανικό πετρέλαιο έχει επί χρόνια βρει δρόμους προς την κινεζική αγορά μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα ανεξάρτητων διυλιστηρίων, δεξαμενόπλοιων, ενδιάμεσων εταιρειών και πληρωμών που δεν εξαρτώνται απαραίτητα από το δολάριο.

Τα «teapot» διυλιστήρια και το πετρέλαιο που αλλάζει ταυτότητα

Κρίσιμο ρόλο παίζουν τα μικρότερα ανεξάρτητα κινεζικά διυλιστήρια, τα γνωστά «teapots».

Σε αντίθεση με τους μεγάλους κινεζικούς κρατικούς ομίλους, που έχουν πολύ μεγαλύτερη έκθεση στο διεθνές τραπεζικό σύστημα και επομένως περισσότερα να χάσουν από αμερικανικές κυρώσεις, πολλά από τα ανεξάρτητα διυλιστήρια έχουν μικρότερη επαφή με τη Δύση και μεγαλύτερη διάθεση να αναλάβουν το ρίσκο αγοράς φθηνού ιρανικού αργού.

Το σύστημα παράκαμψης έχει αποκτήσει τη δική του οικονομική γεωγραφία.

Ιρανικό πετρέλαιο έχει φθάσει στην Κίνα δηλωμένο ως προερχόμενο από άλλες χώρες, ενώ οι συναλλαγές πραγματοποιούνται σε κινεζικό νόμισμα και μέσω αλυσίδων μεσαζόντων που καθιστούν δύσκολη την παρακολούθηση της πραγματικής προέλευσης και της διαδρομής των χρημάτων.

Αυτό είναι και το δεύτερο πρόβλημα της Ουάσιγκτον.

Μπορεί να κυνηγά πλοία, εταιρείες-κελύφη και μικρά διυλιστήρια, όμως το σύστημα προσαρμόζεται. Μόλις ένας δρόμος κλείσει, ένας άλλος ανοίγει.

Στο Atlantic Council αυτή η διαδικασία περιγράφεται ουσιαστικά ως ένα διαρκές παιχνίδι «whack-a-mole»: οι κυρώσεις πλήττουν έναν μηχανισμό και η οικονομική δραστηριότητα μεταφέρεται σε έναν άλλο.

Το πραγματικό «πυρηνικό όπλο» των κυρώσεων: οι κινεζικές τράπεζες

Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο η αμερικανική στρατηγική θα μπορούσε να αλλάξει επίπεδο.

Οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν δευτερογενείς κυρώσεις σε ξένες εταιρείες και τράπεζες που συναλλάσσονται με το Ιράν. Στην πράξη, μπορούν να τις υποχρεώσουν να επιλέξουν:

Ιράν ή πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Για μια μικρή κινεζική εταιρεία χωρίς ιδιαίτερες δραστηριότητες στις ΗΠΑ, το δίλημμα μπορεί να είναι διαχειρίσιμο.

Για μια μεγάλη κινεζική τράπεζα, όμως, το διακύβευμα είναι τελείως διαφορετικό.

Η Washington Post σημειώνει ότι ένας πραγματικός οικονομικός αποκλεισμός του Ιράν από την κινεζική στήριξη θα απαιτούσε εκτεταμένες κυρώσεις σε κινεζικές τράπεζες και διυλιστήρια, αλλά και μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση εναντίον του δικτύου εταιρειών, πλοίων και ενδιάμεσων που λειτουργούν μεταξύ Ασίας και Μέσης Ανατολής.

Μέχρι στιγμής, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει προειδοποιήσει μεγάλες κινεζικές τράπεζες για τον κίνδυνο δευτερογενών κυρώσεων, χωρίς όμως να κάνει το αποφασιστικό βήμα και να τις αποκόψει.

Και αυτό είναι πιθανότατα το σημαντικότερο όριο της στρατηγικής Τραμπ.

Αν ο Τραμπ χτυπήσει την Κίνα, τι μπορεί να κάνει το Πεκίνο;

Η απάντηση της Κίνας έχει ήδη αρχίσει σε επίπεδο ρητορικής.

Το Πεκίνο χαρακτήρισε τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις παράνομες και διαμήνυσε ότι θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να προστατεύσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του.

Το πιο ενδιαφέρον όμως δεν είναι τι λέει η Κίνα.

Είναι τι μπορεί να κάνει.

Τα τελευταία χρόνια, το Πεκίνο έχει δημιουργήσει ένα ολοένα μεγαλύτερο οπλοστάσιο οικονομικών αντιποίνων. Αναλυτές που μίλησαν στη Washington Post αναφέρουν ως πιθανά εργαλεία περιορισμούς στις εξαγωγές, κυρώσεις εναντίον αμερικανικών επιχειρήσεων και ακόμη και περιορισμό ή αναστολή αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων.

Το Atlantic Council προσθέτει μία ακόμη εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή: τα κρίσιμα ορυκτά.

Η Κίνα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τον έλεγχο που ασκεί σε κρίσιμες πρώτες ύλες ως διαπραγματευτικό όπλο. Μια αμερικανική επίθεση σε μεγάλη κινεζική τράπεζα θα μπορούσε επομένως να προκαλέσει αντίποινα σε έναν τομέα εξαιρετικά ευαίσθητο για την αμερικανική τεχνολογία, τη βιομηχανία και την άμυνα.

Και ξαφνικά μια επιχείρηση που ξεκίνησε για να τιμωρήσει την Τεχεράνη θα μπορούσε να μετατραπεί σε νέο εμπορικό πόλεμο ΗΠΑ–Κίνας.

Το Πεκίνο έχει και πολιτικό όπλο: τον Σι Τζινπίνγκ

Υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τη χρονική συγκυρία ιδιαίτερα λεπτή.

Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο επιχειρούν αυτή την περίοδο να διατηρήσουν μια εύθραυστη οικονομική εκεχειρία, ενώ προετοιμάζεται συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ.

Η Wendy Cutler, πρώην υψηλόβαθμη Αμερικανίδα εμπορική διαπραγματεύτρια, εκτίμησε στη Washington Post ότι, εάν η Ουάσιγκτον πιέσει υπερβολικά, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί ακόμη και το ενδεχόμενο η Κίνα να απειλήσει με αναβολή ή ακύρωση της επίσκεψης του Σι στις ΗΠΑ.

Αυτό μετατρέπει το Ιράν σε κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης σκακιέρας.

Ο Τραμπ δεν διαπραγματεύεται μόνο με την Τεχεράνη.

Διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με το Πεκίνο για εμπόριο, δασμούς, κρίσιμα ορυκτά και μια ευρύτερη οικονομική σχέση από την οποία εξαρτώνται δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.

Μπορεί η Κίνα να «σώσει» το Ιράν;

Όχι απεριόριστα.

Το Ιράν βρίσκεται ήδη υπό τεράστια οικονομική πίεση, οι εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα έχουν μειωθεί αισθητά και το Πεκίνο δεν έχει κανένα συμφέρον να θυσιάσει ολόκληρη την οικονομική του σχέση με τις ΗΠΑ μόνο και μόνο για να προστατεύσει την Τεχεράνη.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα αποδεχθεί εύκολα μια αμερικανική απαίτηση να διακόψει τις σχέσεις του με το Ιράν.

Η Κίνα έχει φθηνό πετρέλαιο να κερδίσει, γεωπολιτική επιρροή να διατηρήσει και έναν ακόμη λόγο να αποδυναμώνει την ισχύ των αμερικανικών κυρώσεων και του δολαρίου στο διεθνές εμπόριο.

Και εδώ υπάρχει μια μεγαλύτερη, μακροπρόθεσμη συνέπεια για τις ΗΠΑ.

Όσο περισσότερο η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί την πρόσβαση στο δολάριο ως όπλο, τόσο μεγαλύτερο κίνητρο δημιουργεί σε Κίνα, Ιράν και άλλες χώρες να κατασκευάσουν εμπορικά και χρηματοπιστωτικά δίκτυα που λειτουργούν εκτός του αμερικανικού νομίσματος. Το Atlantic Council προειδοποιεί ακριβώς για αυτό τον κίνδυνο: η υπερβολική πίεση μπορεί να σπρώξει ακόμη μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών σε μη δολαριακά κανάλια που βρίσκονται πέρα από την άμεση εμβέλεια της Ουάσιγκτον.

Το παράδοξο της στρατηγικής Τραμπ

Κάπως έτσι φτάνουμε στο βασικό παράδοξο.

Όσο πιο αποφασισμένος είναι ο Τραμπ να στραγγαλίσει οικονομικά το Ιράν, τόσο περισσότερο πρέπει να πιέσει την Κίνα.

Και όσο περισσότερο πιέζει την Κίνα, τόσο αυξάνει την πιθανότητα να προκαλέσει μια οικονομική σύγκρουση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που προσπαθεί να κερδίσει στη Μέση Ανατολή.

Οι Financial Times περιγράφουν ακριβώς αυτή την αδυναμία ως το «China problem» του οικονομικού πολέμου των ΗΠΑ κατά του Ιράν: η αμερικανική πίεση μπορεί να γίνει πραγματικά ασφυκτική μόνο εφόσον περιοριστεί δραστικά η κινεζική υποστήριξη, αλλά η προσπάθεια να εξαναγκαστεί το Πεκίνο μπορεί να δημιουργήσει πολύ ευρύτερες οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες.

Η Wall Street Journal καταγράφει το ίδιο δίλημμα από άλλη γωνία: οι ΗΠΑ διακηρύσσουν ότι χτυπούν κάθε «σωσίβιο» της Τεχεράνης, αλλά μέχρι στιγμής έχουν αποφύγει το μεγαλύτερο.

Αυτό πιθανότατα δεν είναι αδυναμία της Ουάσιγκτον.

Είναι αναγνώριση του κινδύνου.

Διότι άλλο είναι να επιβάλεις κυρώσεις σε έναν μικρό μεσάζοντα, ένα πλοίο ή ένα ανεξάρτητο διυλιστήριο.

Και άλλο να πεις σε μία από τις μεγαλύτερες τράπεζες της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου:

«Ή εμείς ή το Ιράν».

Αν ο Τραμπ φτάσει σε αυτό το σημείο, τότε η «Operation Economic Outcast» δεν θα είναι πλέον μόνο μια επιχείρηση οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν.

Θα έχει μετατραπεί σε τεστ ισχύος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας.

Και τότε το μεγάλο ερώτημα δεν θα είναι αν θα αντέξει η Τεχεράνη.

Θα είναι μέχρι πού είναι διατεθειμένες να φτάσουν Ουάσιγκτον και Πεκίνο για χάρη της.