Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η οικονομία αναπτύσσεται, οι μισθοί αυξάνονται, η ανεργία υποχωρεί και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανακάμπτει. Ωστόσο, για ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών νοικοκυριών η καθημερινότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική πίεση, αβεβαιότητα και δυσκολία κάλυψης βασικών αναγκών. Η εκρηκτική άνοδος του κόστους στέγασης, οι δαπάνες ενέργειας, οι δυσκολίες πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και οι άνισες ευκαιρίες στην εκπαίδευση συνθέτουν ένα σκηνικό όπου η
ανάπτυξη δεν διαχέεται ισότιμα στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία νέων ανισοτήτων, ακόμη και μέσα σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από οικονομική ανάκαμψη.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της Ανισότητας στην Ελλάδα», η οποία παρουσιάστηκε τη Δευτέρα και επιχειρεί να αποτυπώσει όχι μόνο τις εισοδηματικές διαφορές αλλά και τις ανισότητες που εκδηλώνονται στην εργασία, την εκπαίδευση, την υγεία, τη φροντίδα και τη στέγαση.

Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα διατηρούν έντονα δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία η δεκαετία της οικονομικής ανάκαμψης δεν κατάφερε να εξαλείψει. Χαρακτηριστικό είναι ότι σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν πως δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά, ποσοστό που παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η εικόνα που περιγράφει το ΙΟΒΕ απέχει σημαντικά από την αντίληψη ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών αρκεί για να βελτιώσει αυτομάτως και το βιοτικό επίπεδο. Αντίθετα, η μελέτη καταγράφει ότι η ανάπτυξη των τελευταίων ετών είχε άνιση κατανομή, με ορισμένες κοινωνικές ομάδες να ωφελούνται περισσότερο και άλλες να παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες.

Η ανάκαμψη άνοιξε νέα ψαλίδα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των εισοδημάτων μετά το 2020. Σύμφωνα με την έρευνα, έως το 2019 τα εισοδήματα εργαζόμενων και ανέργων οικοκυριών ακολουθούσαν σχετικά παράλληλη πορεία, παρά τις διαφορές στα επίπεδά τους. Από την περίοδο της πανδημίας και μετά, όμως, οι διαδρομές τους άρχισαν να αποκλίνουν αισθητά.

Τα νοικοκυριά με εργαζόμενα μέλη είδαν το διαθέσιμο εισόδημά τους να αυξάνεται σημαντικά, φτάνοντας περίπου τις 13.000 ευρώ το 2025. Αντίθετα, τα νοικοκυριά που εξαρτώνται κυρίως από επιδόματα και κοινωνικές μεταβιβάσεις παρέμειναν κοντά στις 9.000 ευρώ, χωρίς ουσιαστική βελτίωση.

Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, αποκαλύπτει μια βασική αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Ενώ οι αυξήσεις των αμοιβών λειτούργησαν ως μοχλός βελτίωσης των εισοδημάτων για όσους συμμετέχουν στην αγορά εργασίας, τα κοινωνικά επιδόματα δεν ακολούθησαν τον ίδιο ρυθμό, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ εργαζομένων και μη εργαζομένων.

Οι νέοι παραμένουν οι πιο ευάλωτοι

Παράλληλα, η ηλικία εξακολουθεί να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανισότητας. Οι νέοι ηλικίας 16 έως 24 ετών εμφανίζουν τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας, παραμένοντας σταθερά στο χαμηλότερο άκρο της εισοδηματικής κλίμακας. Την ίδια στιγμή, οι ηλικιακές ομάδες άνω των 55 ετών καταγράφουν αισθητά καλύτερες επιδόσεις, γεγονός που διευρύνει το χάσμα μεταξύ γενεών.

Αντίστοιχα, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και οι οικογένειες με πολλά παιδιά εξακολουθούν να
αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο φτώχειας και οικονομικών δυσκολιών Η στέγαση εξελίσσεται στο μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα Από όλες τις μορφές ανισότητας που εξετάζει η μελέτη, η στέγαση αναδεικνύεται ως ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες επιβάρυνσης των νοικοκυριών.

Η άνοδος των ενοικίων και η συνεχιζόμενη αύξηση των τιμών των ακινήτων καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την πρόσβαση σε αξιοπρεπή κατοικία, ιδιαίτερα για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Ταυτόχρονα, όλο και περισσότερα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος στρέφονται στην ενοικίαση, γεγονός που τα καθιστά ακόμη πιο ευάλωτα στις ανατιμήσεις.

Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από την οικογενειακή περιουσία και τις κληρονομικές μεταβιβάσεις. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται μια νέα μορφή διαγενεακής ανισότητας, καθώς όσοι δεν διαθέτουν οικογενειακή στήριξη δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να αποκτήσουν κατοικία.

Η στεγαστική ανασφάλεια, μάλιστα, δεν επηρεάζει μόνο το διαθέσιμο εισόδημα. Συνδέεται με χαμηλότερες εκπαιδευτικές επιδόσεις, δυσκολίες διατήρησης σταθερής εργασίας και περιορισμένες δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης, λειτουργώντας ως μηχανισμός αναπαραγωγής των ανισοτήτων.

Αγορά εργασίας με παλιές πληγές

Παρά τη σημαντική μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει αδυναμίες που επηρεάζουν τη διανομή του εισοδήματος. Η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αυτοαπασχόλησης στην Ευρώπη, ενώ περισσότεροι από τους μισούς ανέργους παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η συμμετοχή των γυναικών και των ατόμων με αναπηρία στην απασχόληση παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αν και η παραοικονομία έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τα δημόσια έσοδα όσο και την ποιότητα της απασχόλησης.

Υγεία και εκπαίδευση αναπαράγουν τις ανισότητες

Στην εκπαίδευση, η διεύρυνση της πρόσβασης στα πανεπιστήμια δεν έχει εξαλείψει τις διαφορές που σχετίζονται με το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των μαθητών. Τα παιδιά οικογενειών με χαμηλότερα εισοδήματα εξακολουθούν να έχουν μικρότερες πιθανότητες εισαγωγής σε σχολές υψηλής ζήτησης, ενώ η παραπαιδεία λειτουργεί ως παράγοντας διεύρυνσης των ανισοτήτων.

Αντίστοιχα, στον τομέα της υγείας, τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν περισσότερες ανεκπλήρωτες ανάγκες περίθαλψης και χειρότερους δείκτες υγείας. Οι υψηλές ιδιωτικές δαπάνες αποτελούν σημαντικό εμπόδιο πρόσβασης, ενώ οι αδυναμίες της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας μεταφέρουν πρόσθετο κόστος στα νοικοκυριά.

Η ανάπτυξη από μόνη της δεν αρκεί

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι ανισότητες στην Ελλάδα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω της οικονομικής μεγέθυνσης. Η αύξηση του ΑΕΠ και των εισοδημάτων αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή συνθήκη για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Όπως επισημαίνει το ΙΟΒΕ, η χαμηλή εκπαιδευτική επίδοση, η επισφαλής εργασία, η στεγαστική επιβάρυνση και η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και φροντίδας λειτουργούν σωρευτικά, εγκλωβίζοντας συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες σε έναν κύκλο μειωμένων ευκαιριών. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις σε πολλαπλά πεδία πολιτικής και όχι μόνο την
προσδοκία ότι η ανάπτυξη θα διαχυθεί αυτόματα σε ολόκληρη την κοινωνία.