Η Orlen, πριν από την άνοδο Τουσκ στην εξουσία, επιχείρησε να αγοράσει φθηνότερο πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα μέσω μιας σύνθετης αλυσίδας συναλλαγών με κρυπτονομίσματα, αλλά η συμφωνία κατέληξε σε φιάσκο: πλήρωσε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, τα δεξαμενόπλοια έμειναν άδεια και το αργό δεν παραδόθηκε ποτέ. Η υπόθεση, που ξεκίνησε σε ένα πάρτι πάνω σε σκάφος στο Αμπού Ντάμπι και εμπλέκει νεοσύστατες εταιρείες στο Ντουμπάι, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σκάνδαλα της Πολωνίας, με τη δικαιοσύνη να ερευνά πλέον πρώην στελέχη της κρατικής ενεργειακής εταιρείας.

Πιο αναλυτικά

Πριν από την έλευση του Ντόναλντ Τουσκ στην ηγεσία της Πολωνίας, η χώρα, αμφισβητώντας ακόμη τις πολιτικές της ΕΕ, προσπάθησε να αγοράσει πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα με κρυπτονομίσματα. Εντούτοις, αντί για «μαύρο χρυσό» έλαβε άδεια πλοία και ακόμη και σήμερα διεκδικεί τα χρήματα που ξοδεύτηκαν.

Το επιχειρηματικό θρίλερ ξεκίνησε στα τέλη Νοεμβρίου του 2023, σε ένα σκάφος ανοιχτά του Αμπού Ντάμπι, και απασχολεί μέχρι και σήμερα, καθώς θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά σκάνδαλα της Πολωνίας. Τότε πραγματοποιούνταν στο Αμπού Ντάμπι το Γκραν Πρι της F1, με την Orlen Trading Switzerland, τον μεγαλύτερο κρατικό ενεργειακό όμιλο της Πολωνίας, να είναι χορηγός σε μία από τις ομάδες.

Ο 52χρονος Σάμερ Αουάντ, διευθυντής της Orlen, με αφορμή τη χορηγία της εταιρείας ταξίδεψε στην περιοχή και συναντήθηκε με τον 25χρονο Καμ Χο «Άλεξ» Τσε, ιδρυτή της Hannon International με έδρα το Ντουμπάι, μιας νεοσύστατης εταιρείας εμπορίας πετρελαίου. Η συνάντηση έγινε σε σκάφος όπου η Hannon διοργάνωνε πάρτι και ο Αουάντ έδωσε εντολή στον Τσε «να βρει πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα».

Γιατί συγκεκριμένα από τη Βενεζουέλα; Τον Οκτώβριο του 2023, οι ΗΠΑ χαλάρωσαν τις πετρελαϊκές κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας για έξι μήνες, οπότε μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ευκολότερα συναλλαγές και σε χαμηλότερη τιμή σε σχέση με άλλες χώρες. Εκείνη την περίοδο, για την PDVSA, την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας, τα κρυπτονομίσματα είχαν προσφέρει μια λύση παράκαμψης των αμερικανικών κυρώσεων. Έτσι, ζητούσε όλο και πιο συχνά προπληρωμές σε USDT, το ευρέως διαπραγματεύσιμο κρυπτονόμισμα της Tether, που είναι συνδεδεμένο με το δολάριο. Η προσωρινή αναστολή των κυρώσεων, λοιπόν, αποτέλεσε ευκαιρία για κέρδος.

Η Orlen, πέρα από τον Τσε, ενέπλεξε στην αγορά και τη θυγατρική της OTS, η οποία ιδρύθηκε τον προηγούμενο χρόνο με σκοπό την επέκταση των παγκόσμιων εμπορικών δυνατοτήτων της εταιρείας και τη συμβολή στη διαφοροποίηση των εφοδιαστικών πηγών της Πολωνίας, ώστε να μειωθεί η εξάρτησή της από το ρωσικό πετρέλαιο.

Λίγες ημέρες μετά το πάρτι στο σκάφος, στις 29 Νοεμβρίου 2023, υπογράφηκε σύμβαση για την αγορά περίπου 6 εκατομμυρίων βαρελιών του κύριου βαρέος μείγματος της PDVSA, του Merey 16, από την εταιρεία του Τσε, την Hannon, έναντι 345 εκατομμυρίων δολαρίων. Σύμφωνα με τους Financial Times, η σύμβαση δεν αναφερόταν σε κρυπτονομίσματα ούτε σε απαιτήσεις πληρωμής της PDVSA, ενώ δεν κατονομάζονταν ενδιάμεσοι. Το μόνο που προέβλεπε ήταν προκαταβολή ύψους των δύο τρίτων του συνολικού ποσού.

Πλήρωσαν για να πάρουν αυτό που πλήρωσαν

Μέσα σε πέντε ημέρες, η OTS μετέφερε στους λογαριασμούς της Hannon 230 εκατομμύρια δολάρια και τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά.

Ο Τσε απευθύνθηκε σε μια εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του Ντουμπάι, με την οποία είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, για να προμηθευτεί USDT, ώστε να πληρώσει για το πετρέλαιο. Ο 25χρονος έδωσε 400.000 δολάρια για 80 εκατ. USDT και στη συνέχεια απευθύνθηκε σε δύο εταιρείες που του είχαν προταθεί από τη Lexcor Energy, εταιρεία που τότε διηύθυνε ο Βιτονικόλα Μαριάνο, ο οποίος ζει πλέον στη Ρωσία.

Η πρώτη ήταν η Horizon Global, μια εταιρεία του Ντουμπάι που είχε συσταθεί πρόσφατα, στην οποία ο Τσε πλήρωσε 135 εκατ. δολάρια, αλλά έλαβε μόνο 85 εκατ. USDT, με αποτέλεσμα να προκύψει έλλειμμα 50 εκατ. δολαρίων. Η δεύτερη ήταν η Gold Mar International Trading, μια άλλη εταιρεία του Ντουμπάι, που επίσης είχε συσταθεί πρόσφατα και στα έγγραφά της αναγραφόταν το όνομα του Μαριάνο. Η Hannon έστειλε στην Gold Mar 30 εκατ. δολάρια τον Δεκέμβριο του 2023, αναμένοντας να μετατραπούν σε USDT και στη συνέχεια να αποσταλούν στην PDVSA από τη Lexcor για την εξασφάλιση του αργού πετρελαίου. Ωστόσο, τα χρήματα δεν έφτασαν ποτέ στην PDVSA.

Στο ενδιάμεσο τρία υπερδεξαμενόπλοια που είχε ναυλώσει η Orlen κατευθύνονταν προς τη Βενεζουέλα. Σύμφωνα με τα ναυτιλιακά αρχεία, έφτασαν στη χώρα στα μέσα Δεκεμβρίου, αγκυροβολώντας κοντά στον τερματικό σταθμό José, τον κύριο κόμβο εξαγωγής αργού πετρελαίου της χώρας.

Ο Αουάντ περίμενε από τον Τσε να παραδώσει τα 6 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου σε τρεις φάσεις, με τελική προθεσμία την 19η Δεκεμβρίου. Όμως, εβδομάδες μετά την παρέλευση της προθεσμίας, τα τρία δεξαμενόπλοια παρέμεναν άδεια στο λιμάνι, ενώ η Orlen συσσώρευε τέλη καθυστέρησης — χρεώσεις που καταβάλλονται όταν ένα ναυλωμένο πλοίο παραμένει πέραν της συμφωνηθείσας περιόδου.

Ο 25χρονος απέδωσε τις καθυστερήσεις στη φόρτωση, σε αναπροσαρμογή των τιμών από την PDVSA και στη συνέχεια ανέφερε ότι ο βενεζουελανικός όμιλος έδινε προτεραιότητα σε μεγαλύτερους αγοραστές, εν μέσω της βιασύνης, καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις επρόκειτο να επανέλθουν.

Τον Ιανουάριο, με μόλις τρεις μήνες να απομένουν μέχρι την επαναφορά των κυρώσεων, ο Τσε αποφάσισε να αναλάβει δράση. Μαζί με έναν συνάδελφό του ταξίδεψε στη Βενεζουέλα. Έμειναν στο πολυτελές ξενοδοχείο Cayena και στο JW Marriott στο Καράκας. Είχαν μαζί τους USB sticks που περιείχαν τεράστια ποσά σε USDT και νοίκιασαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο και σωματοφύλακες, φοβούμενοι ότι μπορεί να έπεφταν θύματα απαγωγής.

Στις 5 Ιανουαρίου 2024, ο Τσε μαζί με τον συνάδελφό του συνάντησαν έναν άνδρα ονόματι José Castillo, ο οποίος εργαζόταν σε μια εταιρεία με την επωνυμία Synergy, σε ένα ξενοδοχείο πάνω από το Καράκας, στις πλαγιές του El Ávila. Σύμφωνα με τον Τσε, ο Castillo ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει το πετρέλαιο που χρειαζόταν και έτσι ο συνάδελφός του παρέδωσε στον Castillo ένα USB stick που περιείχε τα ψηφιακά κλειδιά για 60 εκατομμύρια USDT.

Για εβδομάδες δεν υπήρχαν πολλά αποδεικτικά στοιχεία ότι η πληρωμή θα οδηγούσε σε παράδοση πετρελαίου. Στη συνέχεια, ένας υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Βενεζουέλας έστειλε στον διευθυντή της Orlen μια φωτογραφία με το πρόγραμμα εξαγωγών της PDVSA για τον τερματικό σταθμό José, για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, όπου τα τρία υπερδεξαμενόπλοια της OTS —τα Olympic Trophy, Hili και FPMC C Melody— αναγράφονταν το καθένα μαζί με 1,9 εκατ. βαρέλια Merey 16.

Ωστόσο, στο χρονοδιάγραμμα οι ημερομηνίες φόρτωσης των τριών υπερδεξαμενόπλοιων είχαν σημειωθεί ως «προς καθορισμό».

Έτσι, ο Τσε προσέφερε ακόμη 50 εκατομμύρια USDT στον Castillo, ενώ στις 26 Ιανουαρίου η OTS έκανε μια νέα προσπάθεια με την Hannon για αγορά 1 εκατ. βαρελιών από τη Βενεζουέλα.

Η συμφωνία, όμως, απαιτούσε προκαταβολές σε USDT, τη στιγμή που ο Τσε είχε σχεδόν εξαντλήσει τα αποθέματά του. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μαριάνο της Lexcor επέστρεψε περίπου 21 εκατομμύρια USDT από τα κεφάλαια που είχε λάβει η Gold Mar τον Δεκέμβριο, αφού αποδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το πετρέλαιο που είχε υποσχεθεί.

Με την υπογραφή της νέας σύμβασης, ο Τσε δεν απευθύνθηκε ξανά στον Castillo, αλλά σε έναν άνδρα ονόματι Juan Rodríguez της Consulting Services, ο οποίος υποσχόταν ότι θα έβρισκε πετρέλαιο.

Στις 25 Φεβρουαρίου, ο Τσε παρέδωσε στον Rodríguez ένα USB stick που έδινε πρόσβαση σε 11 εκατ. USDT, σε ένα πολυτελές εστιατόριο στην αριστοκρατική συνοικία Las Mercedes του Καράκας.

Δύο ημέρες αργότερα, νέοι διευθυντές ανέλαβαν τη διοίκηση της OTS, ενώ ο Ντόναλντ Τουσκ ανήλθε στην ηγεσία της Πολωνίας.

Η νέα κυβέρνηση άρχισε να αναδιαμορφώνει τη διοίκηση των κρατικών επιχειρήσεων και στο «στόχαστρο» βρέθηκε η Orlen Trading Switzerland, η οποία κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποιούσε τις κρατικές εταιρείες για σκοπούς πελατειακών σχέσεων.

Η διοίκηση της εταιρείας ξηλώθηκε και ο νέος διευθύνων σύμβουλος της Orlen, Ireneusz Fąfara, δήλωσε ότι εξεπλάγη από αυτό που θεώρησε ως αδύναμη εσωτερική διακυβέρνηση της εταιρείας, καθώς και από τον αριθμό των ατόμων «που συνδέονται με την πολιτική» και εργάζονταν εκεί.

Επιπλέον, αποκάλυψε πως στις 8 Μαρτίου ένα πλοίο που είχε ναυλώσει η Orlen φόρτωσε στο José ποσότητα ισοδύναμη με περίπου 500.000 βαρέλια, σύμφωνα με τα ναυτιλιακά αρχεία, δηλαδή το ήμισυ του όγκου που προβλεπόταν βάσει της σύμβασης με την Hannon.

Την ίδια ημέρα, ο Τσε ανέφερε ότι ο συνάδελφός του είχε μια δεύτερη συνάντηση με τον Rodríguez, κατά την οποία του παρέδωσε ένα ακόμη USB stick που περιείχε άλλα 11 εκατομμύρια USDT.

Μέχρι τις 20 Μαρτίου δεν υπήρχε κανένα ίχνος από το δεύτερο μισό του φορτίου και ο Τσε δήλωσε ότι είχε χάσει την επαφή με τον Rodríguez.

Δύο χρόνια αργότερα, η Orlen εξακολουθεί να προσπαθεί να ανακτήσει από την Hannon τα εκατομμύρια δολάρια που έδωσε για να αγοράσει πετρέλαιο, ενώ το ζήτημα βρίσκεται σε διαδικασία διαιτησίας.

Εν τω μεταξύ, οι εισαγγελείς της Βαρσοβίας διεξάγουν έρευνα σε βάρος πρώην στελεχών της Orlen, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο συγκέντρωναν χρήματα όσο και για τη χρηματοδότηση συναλλαγών της θυγατρικής OTS.