Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε νέο γύρο δασμών 10% έως 12,5% σε περισσότερες από 80 χώρες, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, το Μεξικό, η Κίνα και κράτη της ΕΕ, επικαλούμενη αθέμιτες εργασιακές πρακτικές και την ανάγκη προστασίας της αμερικανικής παραγωγής. Ωστόσο, η κίνηση εγείρει ξανά σοβαρά νομικά ερωτήματα, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει παράνομη την προηγούμενη χρήση προεδρικών εξουσιών για τέτοιους δασμούς, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας δικαστικής αμφισβήτησης, ενώ οι επιβαρύνσεις φαίνεται να έχουν μεταφερθεί κυρίως σε Αμερικανούς καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Πιο αναλυτικά

Λίγες ώρες πριν από τη λήξη των προσωρινών δασμών στις παγκόσμιες εισαγωγές, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε αργά το βράδυ της Πέμπτης νέο κύμα δασμών που αφορά περισσότερες από 80 χώρες, με συντελεστές που κυμαίνονται από 10% έως 12,5%. Τα νέα μέτρα τίθενται σε ισχύ από το πρωί της Παρασκευής, αποτελώντας τη νεότερη προσπάθεια του Αμερικανού προέδρου να διατηρήσει σε ισχύ ένα εκτεταμένο πλαίσιο εμπορικών δασμών.

Η νέα απόφαση έρχεται παρά την ετυμηγορία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με την οποία ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε παράνομη χρήση των εκτελεστικών εξουσιών του για την εφαρμογή της παγκόσμιας εμπορικής του πολιτικής. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει επανειλημμένα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβαρύνονται δυσανάλογα από τους δασμούς στο διεθνές εμπόριο και ότι η αύξησή τους είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της αμερικανικής μεταποίησης και της απασχόλησης.

Ποιες χώρες επηρεάζονται από τους νέους δασμούς

Στο νέο πακέτο περιλαμβάνονται περισσότεροι από 80 εμπορικοί εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ των οποίων ο Καναδάς, το Μεξικό και η Κίνα. Παράλληλα, επηρεάζονται το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία, η Ινδία, καθώς και οι 27 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, όλες οι χώρες που περιλαμβάνονται στη λίστα αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας σχετικά με τις εργασιακές τους πρακτικές. Η αξιολόγηση αφορούσε το κατά πόσο εμποδίζουν αποτελεσματικά την εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες προϊόντων που έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία.

Ποιοι δασμοί επιβάλλονται

Οι χώρες που επηρεάζονται θα υπόκεινται σε δασμό είτε 10% είτε 12,5%.

Σύμφωνα με τον Εμπορικό Αντιπρόσωπο των ΗΠΑ, ο συντελεστής 10% επιβάλλεται στους εμπορικούς εταίρους που «έχουν αναλάβει δεσμεύσεις να υιοθετήσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά απαγορεύσεις στις εισαγωγές προϊόντων που προέρχονται από καταναγκαστική εργασία». Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται ο Καναδάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ινδία, το Μεξικό και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Αντίθετα, οι χώρες που, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, «δεν έχουν υιοθετήσει απαγόρευση εισαγωγών προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία» θα επιβαρύνονται με δασμό 12,5%. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Κίνα και η Ιαπωνία.

Τι είχε αποφασίσει το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ

Τον Φεβρουάριο, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάσισε με ψήφους 6-3 ότι ο νόμος του 1977, στον οποίο είχε βασιστεί ο Ντόναλντ Τραμπ έναν χρόνο νωρίτερα, δεν αποτελούσε επαρκή νομική βάση για την επιβολή των δασμών της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης».

Ο συγκεκριμένος νόμος είχε θεσπιστεί ώστε να παρέχει στον πρόεδρο αυξημένες αρμοδιότητες για τη ρύθμιση του διεθνούς εμπορίου σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι η εξουσία επιβολής τέτοιων μέτρων σε περίοδο ειρήνης ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο.

Στην απόφαση της πλειοψηφίας αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Και ανέθεσαν αποκλειστικά στο Κογκρέσο την πρόσβαση στα χρήματα των πολιτών. Οι συντάκτες του Συντάγματος δεν παραχώρησαν κανένα μέρος της φορολογικής εξουσίας στην εκτελεστική εξουσία».

Είναι νόμιμοι οι νέοι δασμοί;

Παρότι το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι πολλοί από τους προηγούμενους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ ήταν παράνομοι, η κυβέρνηση είχε καταστήσει σαφές ότι αναζητούσε εναλλακτική νομική βάση για να διατηρήσει τους δασμούς σε ισχύ.

Αμέσως μετά την απόφαση του δικαστηρίου, ο πρόεδρος επέβαλε παγκόσμιο δασμό 10% διάρκειας 150 ημερών, αξιοποιώντας το άρθρο 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974. Το συγκεκριμένο μέτρο εξέπνευσε στις 24 Ιουλίου, στις 00:01.

Το νέο πακέτο βασίζεται πλέον στο άρθρο 301 του ίδιου νόμου, μια διάταξη που χρησιμοποιούνταν σπάνια πριν από την προεδρία Τραμπ, όπως αναφέρει ο Guardian. Η διάταξη επιτρέπει την επιβολή δασμών, εφόσον ο Εμπορικός Αντιπρόσωπος των ΗΠΑ έχει ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες έρευνες και έχει διαπιστώσει επαρκή στοιχεία για αθέμιτες εργασιακές πρακτικές που επηρεάζουν το αμερικανικό εμπόριο.

Παρά ταύτα, θεωρείται πιθανό οι νέοι δασμοί να προσβληθούν εκ νέου στη Δικαιοσύνη. Ο Άλαν Γουλφ, ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνούς Οικονομίας Πίτερσον και πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ανέφερε σε ανάλυσή του την Πέμπτη ότι οι νέοι δασμοί «θα αποτελούσαν ακόμη μία περίπτωση υπέρβασης των προεδρικών εξουσιών».

Όπως πρόσθεσε, «εάν αμφισβητηθούν δικαστικά, είναι πιθανό το Ανώτατο Δικαστήριο να τους ακυρώσει».

Πώς έχουν επηρεάσει οι δασμοί τους Αμερικανούς

Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης εκτίμησε ότι το 90% του οικονομικού βάρους που προκαλούν οι δασμοί μετακυλίστηκε στους Αμερικανούς καταναλωτές και στις επιχειρήσεις, παρότι η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι τα μέτρα ωφέλησαν την αμερικανική οικονομία.

Παράλληλα, η πολιτική των δασμών εμφανίζεται να μην είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στους πολίτες, ακόμη και μεταξύ των Ρεπουμπλικανών. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Harris Poll, το 72% των Αμερικανών θεωρεί ότι οι δασμοί είχαν αρνητικό αντίκτυπο στους καταναλωτές, ποσοστό που περιλαμβάνει και το 64% των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ωστόσο, για ορισμένες μικρές αμερικανικές επιχειρήσεις οι δασμοί έχουν πλέον περάσει σε δεύτερη μοίρα, καθώς μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν άλλα ζητήματα της οικονομίας, όπως η αύξηση του κόστους και η τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, η αμερικανική κυβέρνηση επέστρεψε στις επιχειρήσεις δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από έσοδα που είχαν εισπραχθεί μέσω των δασμών.