Από τον Απρίλιο του 2027 οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα θα δουν διπλή αύξηση στις καθαρές αποδοχές τους, καθώς μαζί με τη νέα άνοδο του κατώτατου μισθού θα μειωθούν κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα οι ασφαλιστικές εισφορές, με όφελος αποκλειστικά για τους εργαζομένους. Η παρέμβαση εντάσσεται στη σταδιακή μείωση του μη μισθολογικού κόστους από το 2019, ενώ το συνολικό βάρος των εισφορών στην Ελλάδα παραμένει από τα υψηλότερα στον ΟΟΣΑ.
Πιο αναλυτικά
Διπλή ενίσχυση στις αποδοχές τους θα δουν από τον Απρίλιο του 2027 οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια στιγμή που θα τεθεί σε ισχύ η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, θα μειωθούν κατά μισή ποσοστιαία μονάδα και οι ασφαλιστικές εισφορές, με ολόκληρη την ελάφρυνση αυτή να περνά στην πλευρά των εργαζομένων.
Η επιλογή να προέλθει η νέα μείωση αποκλειστικά από τις εργατικές εισφορές σημαίνει πρακτικά ότι οι κρατήσεις πάνω στον μισθό θα περιοριστούν και το ποσό που θα καταλήγει κάθε μήνα στον τραπεζικό λογαριασμό των εργαζομένων θα αυξηθεί αντίστοιχα.
Η αλλαγή προγραμματίζεται για τις αρχές Απριλίου του 2027, ώστε να συμπέσει χρονικά με τη νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού. Έτσι, για τους εργαζομένους που θα επηρεαστούν και από τις δύο παρεμβάσεις, η αύξηση των καθαρών αποδοχών θα προκύψει τόσο από τον υψηλότερο ονομαστικό μισθό όσο και από τις χαμηλότερες ασφαλιστικές κρατήσεις.
Το δημοσιονομικό κόστος της νέας μείωσης υπολογίζεται σε 163 εκατ. ευρώ για το 2027 και αυξάνεται στα 218 εκατ. ευρώ το 2028, όταν πλέον το μέτρο θα εφαρμόζεται για ολόκληρο το έτος.
Η νέα παρέμβαση αποτελεί ακόμη ένα βήμα στη σταδιακή αποκλιμάκωση του μη μισθολογικού κόστους που έχει πραγματοποιηθεί από το 2019.
Μετά τη μείωση του 2027, οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές στον ιδιωτικό τομέα θα έχουν υποχωρήσει από 40,56% το 2019 σε 34,66%, καταγράφοντας συνολική μείωση 5,9 ποσοστιαίων μονάδων.
Ειδικότερα, οι εισφορές που βαρύνουν τον εργαζόμενο θα έχουν περιοριστεί από 15,75% το 2019 σε 12,87% το 2027. Στην πλευρά των εργοδοτών, οι αντίστοιχες εισφορές θα έχουν μειωθεί από 24,81% σε 21,79%.
Η διαφορά της νέας παρέμβασης σε σχέση με προηγούμενες μειώσεις είναι ότι αυτή τη φορά το όφελος δεν θα μοιραστεί μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων, αλλά θα κατευθυνθεί ολόκληρο στους μισθωτούς.
Η νέα περικοπή έρχεται μετά τις παρεμβάσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή το 2025.
Από την 1η Ιανουαρίου 2025 οι ασφαλιστικές εισφορές μειώθηκαν κατά μία ποσοστιαία μονάδα, η οποία μοιράστηκε ισόποσα: 0,5 μονάδα για τους εργαζομένους και 0,5 μονάδα για τους εργοδότες.
Ακολούθησε από τον Μάρτιο του ίδιου έτους η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των εισφορών για υπερωρίες, νυχτερινή εργασία και απασχόληση σε αργίες.
Οι ασφαλιστικές εισφορές στις συγκεκριμένες περιπτώσεις υπολογίζονται πλέον στην ωρομίσθια αμοιβή και όχι στην προσαύξηση του ωρομισθίου κατά 20% ή 40%. Η παρέμβαση είχε ως στόχο να αυξήσει το καθαρό όφελος από την πρόσθετη εργασία και παράλληλα να περιορίσει το σχετικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Η αύξηση του κατώτατου ενισχύει τα έσοδα του ΕΦΚΑ
Σημαντικό ρόλο στη δημοσιονομική εξίσωση παίζει η αύξηση των μισθών, καθώς οι υψηλότερες αποδοχές δημιουργούν μεγαλύτερη βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΦΚΑ, κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά μία ποσοστιαία μονάδα αυξάνει τις ασφαλιστέες αποδοχές κατά περίπου 140 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Με την αύξηση των κατώτατων αποδοχών κατά 4,5% που ισχύει από την 1η Απριλίου, οι ασφαλιστέες αποδοχές εκτιμάται ότι ενισχύονται περίπου κατά 630 εκατ. ευρώ. Το ποσό αυτό δημιουργεί πρόσθετα έσοδα για το ασφαλιστικό σύστημα και συμβάλλει στην κάλυψη του κόστους από τις μειώσεις των εισφορών.
Παρά τις διαδοχικές μειώσεις των τελευταίων ετών, το συνολικό ύψος των ασφαλιστικών εισφορών εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Σήμερα το άθροισμα των εισφορών εργαζομένου και εργοδότη για τους μισθωτούς διαμορφώνεται στο 35,16%.
Με βάση αυτό το ποσοστό, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες ασφαλιστικές κρατήσεις.
Η μείωση του Απριλίου του 2027 θα περιορίσει περαιτέρω αυτή την επιβάρυνση, με τη βασική διαφορά ότι αυτή τη φορά ολόκληρη η μισή ποσοστιαία μονάδα θα αποτυπωθεί στις κρατήσεις των εργαζομένων και, κατά συνέπεια, στις καθαρές αποδοχές τους.
