Ο καύσωνας που έπληξε τη Βρετανία τον Ιούνιο προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στην οικονομία, με το LSE να υπολογίζει απώλειες 1,35 δισ. ευρώ λόγω της μείωσης της παραγωγικότητας και των εκατομμυρίων χαμένων εργατοωρών. Ιδιαίτερα επηρεάστηκαν εργαζόμενοι σε πιο απαιτητικά και εκτεθειμένα επαγγέλματα, όπως οι κατασκευές και η γεωργία, ενώ πολλοί ανέφεραν προβλήματα υγείας και διαταραχές στον ύπνο, με τους ερευνητές να προειδοποιούν ότι η χώρα παραμένει ανεπαρκώς προετοιμασμένη για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Πιο αναλυτικά
Βαρύ ήταν το οικονομικό αποτύπωμα του κύματος καύσωνα που έπληξε τη Βρετανία τον Ιούνιο, καθώς οι υψηλές θερμοκρασίες επηρέασαν σημαντικά την παραγωγικότητα των εργαζομένων. Σύμφωνα με εκτίμηση του London School of Economics (LSE), οι επιπτώσεις μεταφράστηκαν σε απώλεια εκατομμυρίων εργατοωρών και σημαντικό κόστος για την οικονομία.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, βίωσαν έναν ακραίο καύσωνα τον Ιούνιο, ο οποίος επηρέασε από την Ιβηρική Χερσόνησο έως την Ουκρανία, περνώντας από τα Βαλκάνια και τη Γερμανία.
«Οι άνθρωποι σε θέσεις εργασίας με υψηλότερη έκθεση στις υψηλές θερμοκρασίες και μεγαλύτερες σωματικές απαιτήσεις, σε τομείς όπως οι κατασκευές και η γεωργία, μείωσαν τις ώρες εργασίας τους περισσότερο από εκείνους σε θέσεις εργασίας με μικρότερη έκθεση και λιγότερες σωματικές απαιτήσεις, όπως ο ακαδημαϊκός χώρος», σύμφωνα με το LSE.
Κατά μέσο όρο, η αναφερόμενη μείωση των ωρών εργασίας ήταν 0,47 ώρες, σύμφωνα με αυτή τη μελέτη που καλύπτει την εβδομάδα της 22ας Ιουνίου, η οποία διεξήχθη από το Ινστιτούτο Grantham του LSE και το Ευρωμεσογειακό Κέντρο για την Κλιματική Αλλαγή (CMCC), που πραγματοποίησε έρευνα σε 1.950 ενήλικες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Επιπλέον, 3,6% των ερωτηθέντων, που αντιστοιχεί σε περίπου 1,25 εκατομμύρια εργαζόμενους στον πληθυσμό, δεν εργάστηκαν καθόλου εκείνη την εβδομάδα λόγω της ζέστης.
Οι ερευνητές μελέτησαν πώς οι Βρετανοί επηρεάστηκαν από τον καύσωνα στην καθημερινότητά τους, εξετάζοντας αν μειώθηκαν οι ώρες εργασίας τους, αν αντιμετώπισαν προβλήματα στον ύπνο τους, αλλά και αν χρειάστηκε να αλλάξουν τον τρόπο που μετακινούνταν ή εργάζονταν.
Η μεγάλη πλειονότητα (87%) των εργαζομένων ανέφερε τουλάχιστον μία επίπτωση στην υγεία τους: διαταραχές ύπνου, αυξημένη κόπωση στην εργασία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ζάλη, λιποθυμία ή ταχυπαλμία, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Η Ελίζαμπεθ Ρόμπινσον, διευθύντρια του Ινστιτούτου Έρευνας Grantham, δήλωσε ότι «το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια χώρα που παραμένει απροετοίμαστη απέναντι στην κλιματική αλλαγή». Η ίδια κάλεσε την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για να «καταστήσει τους χώρους εργασίας ασφαλέστερους».
