Αυξανόμενες πιέσεις και επιβράδυνση σε βασικούς τομείς καταγράφονται στη βρετανική οικονομία, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, προκαλώντας ανησυχία για την πορεία της. Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, οι προβλέψεις ανεξάρτητων οικονομικών οργανισμών και τα νεότερα στοιχεία για την αγορά ακινήτων σκιαγραφούν τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Ηνωμένο Βασίλειο.
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο ITV, ο Άντι Μπέρναμ αναγνώρισε ότι ο πρώτος προϋπολογισμός της κυβέρνησής του δεν ήταν όσο ριζοσπαστικός θα ήθελε.
Όπως εξήγησε, τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια αποδείχθηκαν στενότερα από τις προσδοκίες του. Η διεθνής οικονομική αστάθεια και οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, σημείωσε, έχουν περιορίσει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να προχωρήσει σε πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις. Ωστόσο, έως το τέλος του έτους η κυβέρνησή του πρόκειται να παρουσιάσει δεκαετές σχέδιο για τη Βρετανία, το οποίο θεωρεί πιο σημαντικό για την παρουσίαση του συνολικού κυβερνητικού οράματος.
Το σχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την ενδυνάμωση του δημόσιου ελέγχου σε καίριους τομείς της οικονομίας, με έμφαση στην ενέργεια, αλλά και την επαναβιομηχάνιση της χώρας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός ανέφερε ότι τα οικονομικά προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί την τελευταία δεκαετία δεν μπορούν να λυθούν με έναν μόνο προϋπολογισμό.
Προβληματισμός για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών
Παράλληλα, οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι ο νέος προϋπολογισμός δεν αντιμετωπίζει τα οξυμένα προβλήματα που συνδέονται με τη συνεχή αύξηση του κόστους ζωής.
Σε ανάλυση που δημοσιοποίησε χθες, το ανεξάρτητο Ινστιτούτο Δημοσιονομικών Μελετών (IFS) εκτιμά ότι η τρέχουσα δεκαετία ενδέχεται να είναι η χειρότερη που έχει καταγραφεί στη Βρετανία ως προς την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων των νοικοκυριών. Η διευθύντρια του Ινστιτούτου, Έλεν Μίλερ, έκανε λόγο για εξαιρετικά απογοητευτικές προοπτικές, επισημαίνοντας ότι τα προσωρινά μέτρα στήριξης της κυβέρνησης δεν αρκούν για να καλύψουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.
Το μέσο ετήσιο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου 450 λίρες τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με ανάλυση του Ιδρύματος Τζόζεφ Ράουντρι που στηρίζεται στις εκτιμήσεις του Γραφείου Δημοσιονομικής Ευθύνης (OBR). Στους βασικούς παράγοντες της υποχώρησης περιλαμβάνονται η ασθενής ανάπτυξη, το υψηλότερο κόστος διαβίωσης και οι πληθωριστικές πιέσεις.
Επιβραδύνεται αισθητά η αγορά κατοικίας
Τα στοιχεία της Nationwide προσφέρουν ακόμη μία ένδειξη των πιέσεων στη βρετανική οικονομία: η ετήσια αύξηση των τιμών κατοικιών διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στο 0,5%, έναντι 0,8% τον Σεπτέμβριο. Είναι ο χαμηλότερος ρυθμός σε ετήσια βάση από τον Ιανουάριο του 2024. Η εξέλιξη αποδίδεται κυρίως στο ακριβότερο στεγαστικό δανεισμό και στην αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές.
Ο Ρόμπερτ Γκάρντνερ, επικεφαλής οικονομολόγος της Nationwide, ανέφερε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι αυξημένες τιμές ενέργειας τροφοδοτούν ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Έτσι, οι χρηματοπιστωτικές αγορές προεξοφλούν νέες αυξήσεις επιτοκίων, εξέλιξη που κάνει ακριβότερα τα στεγαστικά δάνεια και δυσκολεύει την αγορά κατοικίας, ιδίως για όσους επιχειρούν να αποκτήσουν το πρώτο τους σπίτι. Η πίεση αποτυπώνεται και στις εγκρίσεις στεγαστικών δανείων για αγορά κατοικίας, οι οποίες τον Σεπτέμβριο έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Δεκέμβριο του 2023.
Η επόμενη σημαντική απόφαση της Τράπεζας της Αγγλίας
Τα βλέμματα στρέφονται στην προσεχή συνεδρίαση της Τράπεζας της Αγγλίας, που έχει προγραμματιστεί για τις 5 Νοεμβρίου. Το βασικό επιτόκιο βρίσκεται στο 3,75%, ωστόσο οι περισσότεροι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι θα αυξηθεί στο 4%. Αν επιβεβαιωθεί η εκτίμηση, θα πρόκειται για την πρώτη αύξηση εδώ και τρία χρόνια.
Μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να αυξήσει την πίεση στην αγορά κατοικίας και στα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών. Το υψηλότερο κόστος δανεισμού επιβαρύνει τόσο τους νέους αγοραστές όσο και όσους ανανεώνουν τις υφιστάμενες συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Αγγλίας καλείται να αντιμετωπίσει και τον κίνδυνο νέας ανόδου του πληθωρισμού λόγω της παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης, όπως μεταδίδει το ΑΠΕ-ΜΠΕ.








