Η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων μπορεί να πραγματοποιείται ψηφιακά μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, αλλά η ηλεκτρονική διαδικασία δεν απαλλάσσει τους φορολογούμενους από την υποχρέωση τεκμηρίωσης των στοιχείων που δηλώνουν. Η ΑΑΔΕ διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει δικαιολογητικά για συγκεκριμένους κωδικούς και ποσά που αναγράφονται στις δηλώσεις, είτε στο πλαίσιο αυτοματοποιημένων διασταυρώσεων είτε μέσω δειγματοληπτικών ελέγχων.
Μέσω των διασταυρώσεων που «τρέχουν» οι ελεγκτικές υπηρεσίες γίνεται σύγκριση των στοιχείων που δηλώνουν οι φορολογούμενοι με τις πληροφορίες που έχουν διαβιβαστεί στη φορολογική διοίκηση από τράπεζες, συμβολαιογράφους και άλλους φορείς. Όταν εντοπίζονται αποκλίσεις, ασυμφωνίες ή μεταβολές που δεν συνάδουν με το φορολογικό προφίλ του υπόχρεου, ενεργοποιείται διαδικασία επανεξέτασης.
Στις περιπτώσεις αυτές, η ΑΑΔΕ αποστέλλει ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή στον προσωπικό λογαριασμό του φορολογούμενου στην ψηφιακή πύλη της, καλώντας τον να προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Ποιοι μπαίνουν στο μικροσκόπιο
Ένας από τους βασικότερους λόγους ενεργοποίησης ελέγχου είναι η εμφάνιση υψηλής επιστροφής φόρου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκκαθάριση της δήλωσης μπορεί να «παγώσει» προσωρινά έως ότου επαληθευτούν τα στοιχεία που έχουν δηλωθεί. Στόχος της φορολογικής διοίκησης είναι να διαπιστωθεί ότι η επιστροφή φόρου είναι απολύτως δικαιολογημένη και δεν βασίζεται σε λανθασμένες ή ανακριβείς καταχωρίσεις.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται επίσης σε κωδικούς που οδηγούν σε σημαντική μείωση του φόρου ή χρησιμοποιούνται για την κάλυψη τεκμηρίων διαβίωσης. Δηλώσεις ποσών που προέρχονται από ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, γονικές παροχές, δωρεές ή τραπεζικά δάνεια συνοδεύονται συχνά από αίτημα προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων, όπως συμβόλαια, τραπεζικά παραστατικά και σχετικές βεβαιώσεις.
Αντίστοιχα, για δαπάνες που παρέχουν φορολογικά οφέλη, όπως δωρεές, οι φορολογούμενοι ενδέχεται να κληθούν να προσκομίσουν αποδείξεις και βεβαιώσεις.
Συχνά ελέγχονται και μεταβολές στην οικογενειακή κατάσταση. Η πρώτη δήλωση προστατευόμενου τέκνου, για παράδειγμα, μπορεί να συνοδευτεί από αίτημα για πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης ή ληξιαρχική πράξη γέννησης. Για παιδιά που σπουδάζουν, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, ζητούνται βεβαιώσεις φοίτησης, ενώ στις περιπτώσεις φιλοξενίας είναι πιθανό να απαιτηθούν πρόσθετα στοιχεία που αποδεικνύουν τη συγκατοίκηση.
Παράλληλα, η ΑΑΔΕ πραγματοποιεί κάθε χρόνο δειγματοληπτικούς ελέγχους σε δηλώσεις που επιλέγονται τυχαία από το σύστημα, ακόμη και όταν δεν εμφανίζουν εμφανείς αποκλίσεις. Αυξημένες πιθανότητες ελέγχου έχουν επίσης οι φορολογούμενοι που υποβάλλουν για πρώτη φορά δήλωση στην Ελλάδα ή έχουν μεταφέρει πρόσφατα τη φορολογική τους κατοικία από το εξωτερικό.
Τι πρέπει να κάνουν οι φορολογούμενοι
Όσοι λάβουν σχετική ειδοποίηση θα πρέπει να εισέλθουν στην ψηφιακή πλατφόρμα της ΑΑΔΕ προκειμένου να ενημερωθούν για τα δικαιολογητικά που απαιτούνται. Η αποστολή των εγγράφων γίνεται ηλεκτρονικά, είτε μέσω της εφαρμογής «Τα Αιτήματά μου» είτε μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών της αρμόδιας ΔΟΥ ή του ΚΕΦΟΔΕ. Η προθεσμία ανταπόκρισης κυμαίνεται από πέντε έως δεκαπέντε ημέρες. Εάν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά δεν υποβληθούν εμπρόθεσμα, η φορολογική διοίκηση προχωρά σε νέα εκκαθάριση της δήλωσης, αφαιρώντας φοροαπαλλαγές, εκπτώσεις ή ποσά που δεν μπορούν να τεκμηριωθούν.
Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος επανυπολογίζεται με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση.
