Για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, ένας εργαζόμενος χρειάζεται να εργάζεται σχεδόν έξι μήνες κάθε χρόνο, ενώ η ακρίβεια μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα και εξανεμίζει τις μισθολογικές αυξήσεις. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις 10 χώρες της Ε.Ε. όπου η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας είναι υψηλότερη, καθώς μεγάλο τμήμα των αποδοχών καταλήγει στο Δημόσιο υπό μορφή φόρων και εισφορών. Την ίδια στιγμή, οι αυξημένες δαπάνες για στέγαση, ενέργεια, τρόφιμα και υπηρεσίες συρρικνώνουν περαιτέρω την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Annual Report on Taxation 2026» καταγράφει ότι η εργασία στην Ελλάδα εξακολουθεί να δέχεται σημαντικό βάρος, με ανάλογη εικόνα να προκύπτει και για τις ασφαλιστικές εισφορές. Οι εισφορές των εργαζομένων ανέρχονται στη χώρα στο 13,35%, ποσοστό που την κατατάσσει τρίτη στην Ευρωζώνη. Μεγαλύτερη επιβάρυνση εμφανίζουν η Γερμανία με 19,9% και το Βέλγιο με 13,7%, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη διαμορφώνεται στο 11,8%.
Μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από το 2027
Από την 1η Απριλίου 2027, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα αναμένεται να οδηγήσει σε μικρή άνοδο των καθαρών αποδοχών για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Το σύνολο της ωφέλειας θα κατευθυνθεί στους μισθωτούς, αφού η παρέμβαση αφορά τις κρατήσεις υπέρ Δ.ΥΠ.Α., ενώ το σχετικό δημοσιονομικό κόστος θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό, με αυξημένη επιχορήγηση προς τη Δ.ΥΠ.Α. Ωστόσο, στην πράξη η ωφέλεια θα παραμείνει περιορισμένη: για έναν χαμηλόμισθο υπολογίζεται κοντά στα 5 ευρώ μηνιαίως και για εργαζόμενο με αποδοχές 2.000 ευρώ τον μήνα περίπου στα 10 ευρώ.
Η περιορισμένη αυτή αύξηση καταγράφεται σε μια συγκυρία όπου οι πραγματικοί μισθοί συνεχίζουν να δέχονται πίεση. Οι ονομαστικές αυξήσεις στις αποδοχές εξανεμίζονται σε μεγάλο βαθμό από την άνοδο του κόστους ζωής, έτσι ώστε η βελτίωση βασικών οικονομικών μεγεθών να μην οδηγεί αυτομάτως σε αντίστοιχη αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη με την ίδια ένταση στις πραγματικές αποδοχές και στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Στην Ελλάδα, η αγοραστική δύναμη διαμορφώνεται περίπου στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την οικονομική κρίση.
Τριπλή επιβάρυνση για τις συντάξεις των συνταξιούχων
Ο λογαριασμός παραμένει υψηλός και για τους συνταξιούχους. Ο φόρος εισοδήματος, η εισφορά για υγειονομική περίθαλψη και, στην περίπτωση περίπου 440.000 συνταξιούχων, η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων μειώνουν αισθητά το τελικό ποσό που καταλήγει στην τσέπη τους, με τις συνολικές κρατήσεις να φτάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις έως και το 22%.
