Οι διατακτικές και οι κάρτες σίτισης κερδίζουν συνεχώς έδαφος στις ελληνικές επιχειρήσεις, καθώς ενισχύουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και λειτουργούν ως εργαλείο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού σε συνθήκες ακρίβειας. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους λαμβάνει τέτοια παροχή, με τη χρήση της να είναι σταθερή και να αφορά κυρίως αγορές σε σούπερ μάρκετ, ενώ τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι εργοδότες αναγνωρίζουν τα οικονομικά και ψυχολογικά οφέλη της, με την επέκτασή της να συνδέεται και με τυχόν νέα φορολογικά κίνητρα.
Πιο αναλυτικά
Η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων δεν περνά πλέον μόνο μέσα από τις αυξήσεις μισθών. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στρέφονται στις διατακτικές και τις κάρτες σίτισης, αξιοποιώντας ένα εργαλείο που αφενός στηρίζει την αγοραστική δύναμη του προσωπικού και αφετέρου λειτουργεί ως κίνητρο προσέλκυσης και διατήρησης εργαζομένων. Αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στη συγκεκριμένη παροχή, η χρήση της διευρύνεται σταθερά, καθώς το αυξημένο κόστος ζωής και οι υψηλές τιμές των τροφίμων διατηρούν ισχυρές πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η έρευνα
Σύμφωνα με έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η οποία εκπονήθηκε με την υποστήριξη της Edenred, περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στη χώρα λαμβάνει σήμερα παροχή σίτισης μέσω διατακτικών ή κάρτας, είτε σε σταθερή είτε σε περιστασιακή βάση. Παράλληλα, η πλειονότητα όσων επωφελούνται από το συγκεκριμένο μέτρο το λαμβάνει επί σειρά ετών, γεγονός που δείχνει ότι η πρακτική έχει πλέον αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά στην ελληνική αγορά εργασίας.
Παρά τη σταδιακή εξάπλωσή της, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς το ποσοστό κάλυψης ανέρχεται στο 12,3%, έναντι περίπου 20% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις, μεγάλες αλλά και μικρότερες, εντάσσουν την παροχή αυτή στο πακέτο των πρόσθετων παροχών προς το προσωπικό τους.
Η έρευνα δείχνει ότι για το 46,7% των εργαζομένων που λαμβάνουν διατακτικές ή κάρτα σίτισης, η παροχή αυτή χορηγείται για περισσότερα από τρία χρόνια, ενώ το 42,4% τη λαμβάνει για χρονικό διάστημα από ένα έως τρία χρόνια, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη σταθερή παρουσία του μέτρου στις επιχειρήσεις που το έχουν υιοθετήσει.
Για τις επιχειρήσεις, η βασική επιδίωξη είναι η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, λόγος που επικαλείται το 62,5% των εργοδοτών. Ακολουθούν τα φορολογικά οφέλη (54,2%), η ανάγκη διατήρησης του προσωπικού (40%) και η ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας και της κοινωνικής ευθύνης (39,2%).
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι διατακτικές και οι κάρτες σίτισης χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά για αγορές σε σούπερ μάρκετ, καθώς το 95,7% των συναλλαγών πραγματοποιείται σε αυτά. Παράλληλα, το 92,4% των εργαζομένων αξιοποιεί συστηματικά την παροχή, ενώ οι τρεις στους τέσσερις την αξιολογούν ως αρκετά ή πολύ σημαντική για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών τους. Μάλιστα, περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) εκτιμούν ότι το ποσό που λαμβάνουν τους επιτρέπει να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων.
Η επίδραση της παροχής δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό επίπεδο. Η έρευνα καταγράφει σημαντικά οφέλη και στην ψυχολογία των εργαζομένων, καθώς ένας στους δύο δηλώνει ότι η παροχή σίτισης μειώνει το άγχος που συνδέεται με την κάλυψη των εξόδων διατροφής. Επιπλέον, το 55,4% θεωρεί ότι αποτελεί μια πρακτική και ουσιαστική λύση για την καθημερινή του διατροφή.
Τα οφέλη, σύμφωνα με τις επιχειρήσεις, αντανακλώνται και στη λειτουργία τους. Το 67,5% εκτιμά ότι η συγκεκριμένη παροχή συμβάλλει ουσιαστικά στην προσέλκυση και κυρίως στη διατήρηση προσωπικού, σε μια περίοδο που πολλές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξεύρεση εργαζομένων. Παράλληλα, το 71,3% των επιχειρήσεων που σήμερα δεν προσφέρει διατακτικές ή κάρτες σίτισης δηλώνει ότι θα επανεξέταζε τη στάση του εάν θεσπίζονταν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα, γεγονός που αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της φορολογικής πολιτικής στην περαιτέρω διάδοση του μέτρου.
