Η ελληνική αγορά ακινήτων συνεχίζει να κινείται με «καύσιμο» την κατοικία, ωστόσο πίσω από τους αυξημένους ρυθμούς συναλλαγών κρύβεται μια πραγματικότητα που αποτυπώνει τις αδυναμίες της προσφοράς. Οι αγοραστές αναζητούν σπίτι, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις καταλήγουν σε ακίνητα ηλικίας άνω των 20 ετών, καθώς τα νεόδμητα παραμένουν περιορισμένα και συχνά απρόσιτα για μεγάλο μέρος της αγοράς.
Τα στοιχεία που προκύπτουν από χιλιάδες αγοραπωλησίες που πραγματοποιήθηκαν το 2025 μέσω του δικτύου της REMAX Ελλάς δείχνουν ότι η κατοικία εξακολουθεί να αποτελεί τον απόλυτο πρωταγωνιστή στις επιλογές των επενδυτών και των ιδιωτών αγοραστών.

Σχεδόν τρεις στις τέσσερις αγοραπωλησίες ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν το προηγούμενο έτος αφορούσαν κατοικίες. Συγκεκριμένα, το 74,8% των συναλλαγών αφορούσε σπίτια, επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στη στέγαση, είτε για ιδιοκατοίκηση είτε για επενδυτική αξιοποίηση.
Σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα βρέθηκαν οι αγορές οικοπέδων, που αντιπροσώπευσαν το 14,3% των συναλλαγών, ενώ τα αγροτεμάχια συγκέντρωσαν ποσοστό 5,8%. Τα επαγγελματικά ακίνητα κινήθηκαν ακόμη χαμηλότερα, καλύπτοντας το 5,1% της συνολικής αγοράς.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια αγορά που εξακολουθεί να θεωρεί την κατοικία ως την ασφαλέστερη επιλογή, παρά τις συνεχείς αυξήσεις των τιμών που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια σε πολλές περιοχές της χώρας.
Το μεγάλο παράδοξο της αγοράς

Αν και η ζήτηση για σύγχρονες κατοικίες παραμένει ισχυρή, οι περισσότεροι αγοραστές τελικά αγοράζουν παλαιά ακίνητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 75,6% των κατοικιών που πωλήθηκαν το 2025 ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών. Αντίθετα, τα νεόδμητα ακίνητα έως πέντε ετών αντιστοιχούσαν μόλις στο 12,3% των πωλήσεων.
Το στοιχείο αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι αγοραστές προτιμούν τα παλαιότερα σπίτια. Αντίθετα, αναδεικνύει το μεγάλο πρόβλημα προσφοράς που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά κατοικίας.
Παρά την έντονη οικοδομική δραστηριότητα που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια, το απόθεμα νέων κατοικιών παραμένει περιορισμένο σε σχέση με τη ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες ενδιαφερόμενοι στρέφονται σε παλαιότερα ακίνητα, τα οποία συχνά ανακαινίζονται προκειμένου να καλύψουν σύγχρονες στεγαστικές ανάγκες.
Ενδεικτικό είναι ότι οι κατοικίες ηλικίας 6 έως 10 ετών συγκέντρωσαν μόλις το 0,3% των πωλήσεων, ενώ τα ακίνητα ηλικίας 11 έως 15 ετών αντιστοιχούσαν στο 2%. Τα σπίτια ηλικίας 16 έως 20 ετών κατέγραψαν ποσοστό 9,8%.
Η εικόνα στην Αττική

Στην Αττική η κυριαρχία της κατοικίας είναι ακόμη πιο έντονη. Το 85,3% των ακινήτων που πωλήθηκαν μέσω του δικτύου της REMAX αφορούσε κατοικίες, ενώ τα επαγγελματικά ακίνητα και τα οικόπεδα μοιράστηκαν σχεδόν ισόποσα ποσοστά της τάξης του 7,2%.
Τα αγροτεμάχια παρέμειναν σχεδόν ανύπαρκτα στις συναλλαγές, με ποσοστό μόλις 0,3%. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πάντως η αυξημένη κινητικότητα στην αγορά γης. Οι συναλλαγές σε οικόπεδα και αγροτεμάχια κατέγραψαν άνοδο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που αποδίδεται τόσο στις προσδοκίες για νέες αναπτύξεις όσο και στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών.
Ωστόσο, και στην Αττική κυριαρχούν τα παλαιά σπίτια. Το 86,2% των κατοικιών που πωλήθηκαν ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών, ενώ τα νεόδμητα δεν ξεπέρασαν το 3,3% των συναλλαγών.
Θεσσαλονίκη: Ακόμη πιο έντονη η στροφή στα παλιά
Παρόμοια, αλλά ακόμη πιο έντονη, είναι η εικόνα στη Θεσσαλονίκη. Οι κατοικίες κάλυψαν το 87,4% των συνολικών πωλήσεων, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά παραμένει σχεδόν αποκλειστικά προσανατολισμένη στη στέγη.
Τα επαγγελματικά ακίνητα κατέγραψαν ποσοστό 8,7%, ενώ τα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα.
Όσον αφορά την ηλικία των ακινήτων, το 87% των κατοικιών που άλλαξαν χέρια ήταν άνω των 20 ετών. Τα νεόδμητα έως πέντε ετών περιορίστηκαν μόλις στο 2%, ποσοστό που αποτυπώνει με σαφήνεια τη στενότητα προσφοράς νέων κατασκευών.
Περιφέρεια: Περισσότερα νεόδμητα, μεγαλύτερη ποικιλία επιλογών
Διαφορετική είναι σε έναν βαθμό η εικόνα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι κατοικίες εξακολουθούν να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο, με ποσοστό 69,4%, ωστόσο η αγορά εμφανίζεται περισσότερο πολυδιάστατη σε σχέση με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα.
Τα οικόπεδα κατέλαβαν το 18,3% των συναλλαγών, ενώ τα αγροτεμάχια έφτασαν το 8,5%, επιβεβαιώνοντας ότι στην περιφέρεια η γη εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό επενδυτικό προϊόν.
Παράλληλα, η περιφέρεια παρουσιάζει μεγαλύτερη παρουσία νεόδμητων κατοικιών. Τα ακίνητα ηλικίας έως πέντε ετών αντιπροσώπευσαν το 17,9% των πωλήσεων, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από εκείνο της Αττικής και της Θεσσαλονίκης.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη κατασκευαστική δραστηριότητα, η ελληνική αγορά κατοικίας εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα γερασμένο κτιριακό απόθεμα. Και όσο η προσφορά νέων κατοικιών δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση, τα σπίτια άνω της 20ετίας θα συνεχίσουν να αποτελούν τον βασικό πρωταγωνιστή των αγοραπωλησιών σε ολόκληρη τη χώρα.
