Κοινή προειδοποίηση για μια οικογένεια λογισμικού κατασκοπείας που αποδίδεται σε φορείς συνδεδεμένους με το ιρανικό κράτος εξέδωσαν οι υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας και πληροφοριών της Βρετανίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ολλανδίας.

Το spyware, γνωστό ως «CHOSEN BRICK», χρησιμοποιείται, σύμφωνα με την προειδοποίηση, για τη στοχοποίηση αντιφρονούντων, ακτιβιστών και δημοσιογράφων. Η μόλυνση των συσκευών πραγματοποιείται μέσω ειδικά σχεδιασμένων εκστρατειών ηλεκτρονικής εξαπάτησης, κυρίως σε εφαρμογές όπως το WhatsApp και το Telegram.

Οι δράστες δεν επιτίθενται απευθείας στην κρυπτογράφηση των εφαρμογών. Προσπαθούν να εξαπατήσουν τον χρήστη ώστε να κατεβάσει και να εγκαταστήσει το κακόβουλο λογισμικό στη συσκευή του.

Τι μπορεί να υποκλέψει το «CHOSEN BRICK»

Σύμφωνα με το βρετανικό Εθνικό Κέντρο Κυβερνοασφάλειας, το λογισμικό μπορεί να αποκτήσει εκτεταμένη πρόσβαση σε μια μολυσμένη συσκευή.

Μεταξύ άλλων, έχει τη δυνατότητα να:

  • Υποκλέπτει μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
  • Συλλέγει μηνύματα και λίστες επαφών.
  • Αποκτά πληροφορίες από λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων.
  • Καταγράφει το περιεχόμενο της οθόνης.
  • Ενεργοποιεί και χρησιμοποιεί το μικρόφωνο.
  • Συλλέγει άλλα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα.

Το NCSC ανέφερε ότι προσωπικές πληροφορίες ορισμένων θυμάτων εμφανίστηκαν αργότερα σε φιλοϊρανικούς ιστοτόπους διαρροών.

«Οι λεπτομέρειες αυτής της κυβερνοεπιχείρησης αποκαλύπτουν πώς το Ιράν χρησιμοποιεί αδίστακτα την ψηφιακή παρακολούθηση για να καταστείλει τους επικριτές του καθεστώτος, κλέβοντας μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συνομιλίες και αποκτώντας πρόσβαση σε συσκευές», δήλωσε ο διευθυντής Επιχειρήσεων του NCSC, Πολ Τσίτσεστερ.

Η παγίδα μέσω WhatsApp και Telegram

Οι επιτιθέμενοι προσεγγίζουν τα θύματα μέσω εφαρμογών ανταλλαγής μηνυμάτων, προσποιούμενοι συχνά ότι είναι φίλοι, συνάδελφοι ή άλλες αξιόπιστες επαφές.

Η επικοινωνία προσαρμόζεται σε κάθε στόχο ξεχωριστά. Οι δράστες χρησιμοποιούν πληροφορίες για την προσωπική ή επαγγελματική ζωή του θύματος, προκειμένου το μήνυμα να φαίνεται πειστικό.

Αυτή η μέθοδος είναι γνωστή ως «spear-phishing». Σε αντίθεση με τις μαζικές αποστολές ύποπτων μηνυμάτων, βασίζεται σε στοχευμένη εξαπάτηση συγκεκριμένων προσώπων.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δράστες χρησιμοποίησαν πλαστά έγγραφα για να πείσουν τα θύματα να ανοίξουν συνδέσμους ή να κατεβάσουν αρχεία.

Μεταξύ των πιο ακραίων παραδειγμάτων που περιλαμβάνονται στην προειδοποίηση είναι πλαστά αποτελέσματα εξετάσεων μαγνητικής τομογραφίας. Τα έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν ως δόλωμα για την εγκατάσταση του spyware.

«Σχεδόν βέβαιη» η χρήση κυβερνοεπιχειρήσεων από το Ιράν

Το NCSC, το αμερικανικό FBI και η ολλανδική υπηρεσία πληροφοριών AIVD εκτιμούν ότι το Ιράν «σχεδόν σίγουρα» χρησιμοποιεί κυβερνοεπιχειρήσεις για να καταστείλει πρόσωπα τα οποία θεωρεί απειλή.

Η συγκεκριμένη διατύπωση αποτελεί αξιολόγηση υψηλού βαθμού βεβαιότητας των τριών υπηρεσιών. Δεν σημαίνει ότι κάθε επίθεση πραγματοποιείται απευθείας από υπαλλήλους της ιρανικής κυβέρνησης, αλλά ότι οι εμπλεκόμενοι φορείς θεωρούνται συνδεδεμένοι με το ιρανικό κράτος.

Η ιρανική πρεσβεία στο Λονδίνο δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό των καταγγελιών, σύμφωνα με το Reuters.

Πώς μπορούν να προστατευθούν οι πιθανοί στόχοι

Οι χρήστες, ιδιαίτερα όσοι εργάζονται στη δημοσιογραφία, στον ακτιβισμό ή σε οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης, καλούνται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί απέναντι σε αρχεία και συνδέσμους που αποστέλλονται ακόμη και από φαινομενικά γνωστές επαφές.

Βασικά μέτρα προστασίας είναι:

  • Να μην εγκαθίστανται εφαρμογές από συνδέσμους που αποστέλλονται μέσω μηνυμάτων.
  • Να επιβεβαιώνεται η ταυτότητα του αποστολέα από διαφορετικό κανάλι επικοινωνίας.
  • Να αποφεύγεται το άνοιγμα απρόσμενων εγγράφων, ακόμη και αν φαίνονται προσωπικά ή επείγοντα.
  • Να διατηρούνται ενημερωμένα το λειτουργικό σύστημα και οι εφαρμογές της συσκευής.
  • Να ελέγχονται οι εφαρμογές που έχουν πρόσβαση στο μικρόφωνο, στις επαφές και στα αρχεία.
  • Να ενεργοποιείται ο έλεγχος ταυτότητας δύο παραγόντων στους διαδικτυακούς λογαριασμούς.

Η υπόθεση του «CHOSEN BRICK» δείχνει ότι ακόμη και οι κρυπτογραφημένες εφαρμογές δεν μπορούν να προστατεύσουν τον χρήστη όταν ο επιτιθέμενος καταφέρει να αποκτήσει πρόσβαση στην ίδια τη συσκευή.