Η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στη Βοιωτία και επεκτάθηκε έως τη δυτική Αττική έχει ήδη επηρεάσει πάνω από 100.000 στρέμματα, πλησιάζοντας τα όρια του χαρακτηρισμού «megafire», ενώ οι αρχές συνέλαβαν δύο άτομα ως υπεύθυνους για την έναρξή της. Η φωτιά κινήθηκε με μεγάλη ταχύτητα λόγω των θυελλωδών ανέμων, της πυκνής βλάστησης και των κηλιδώσεων, πέρασε από τον Κιθαιρώνα και απείλησε κατοικίες σε Πόρτο Γερμενό, Βένιζα και Ψάθα, με τις τελικές εκτιμήσεις για την καμένη έκταση να αναμένονται μετά τη νέα δορυφορική αποτύπωση.
Πιο αναλυτικά
Τεράστιες διαστάσεις έχει λάβει η πυρκαγιά που ξεκίνησε βόρεια του Αγίου Βασιλείου στη Βοιωτία, πέρασε στο Πόρτο Γερμενό και έφτασε έως τη δυτική Αττική, την ώρα που, στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας συνελήφθησαν δύο ημεδαποί, ως υπεύθυνοι για την έναρξη της πυρκαγιάς.
Σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις, η περίμετρος των εκτάσεων πάνω από τις οποίες κινήθηκε ή τις οποίες επηρέασε η φωτιά ξεπερνά τα 100.000 στρέμματα, πλησιάζοντας τα όρια του χαρακτηρισμού «μέγα-πυρκαγιά» ή «megafire».
Η τελική καμένη έκταση δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί με ακρίβεια, καθώς το μέτωπο εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο πυρομετεωρολόγος Θεόδωρος Γιάνναρος τόνισε ότι αναμένεται η πλήρης οριοθέτηση και η επεξεργασία των νεότερων δορυφορικών δεδομένων προτού δοθεί επισήμως ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός.

Ως «megafire» χαρακτηρίζεται συνήθως μια δασική πυρκαγιά όταν η καμένη έκταση υπερβαίνει τα 100.000 στρέμματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η φωτιά έχει ήδη διανύσει μια τεράστια απόσταση από τη Βοιωτία έως τη δυτική Αττική, ενώ συνέχισε να καίει και μετά τις πρώτες δορυφορικές καταγραφές.
Από τη Βοιωτία στην κορυφή του Κιθαιρώνα
Η πυρκαγιά εκδηλώθηκε βόρεια του Αγίου Βασιλείου και στο πρώτο στάδιο της εξέλιξής της κινήθηκε στον άξονα βορρά-νότου, καθοδηγούμενη από τους θυελλώδεις βόρειους ανέμους. Η ένταση και η διάρκεια των ανέμων επέτρεψαν στο μέτωπο να καλύψει πολύ μεγάλες αποστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Όταν έφτασε στο παραλιακό μέτωπο, η πορεία της άρχισε να καθορίζεται περισσότερο από τη βλάστηση και τη μορφολογία του εδάφους. Οι φλόγες ακολούθησαν ρεματιές, πλαγιές και περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση καύσιμης ύλης, ενώ οι ισχυρές ριπές συνέχισαν να ενισχύουν την εξάπλωσή τους.
Με βάση τα θερμά σημεία που εντοπίστηκαν δορυφορικά το μεσημέρι του Σαββάτου και την εξέταση βιντεοληπτικού υλικού, η φωτιά έφτασε στις παρυφές των περιοχών που είχαν καεί από τις πυρκαγιές του Σχίνου και των Βιλίων το 2021.
Παράλληλα, πέρασε μέσα από εκτάσεις που είχαν αναγεννηθεί μετά την πυρκαγιά του 2009 και ανέβηκε στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, φτάνοντας έως την κορυφή του βουνού, σε υψόμετρο περίπου 1.400 μέτρων. Από εκεί κατέβηκε προς τη Βένιζα και την Ψάθα, απειλώντας κατοικίες και προκαλώντας νέες εκκενώσεις.
Ακραία συμπεριφορά και επαγωγική στήλη
Σύμφωνα με την ανάλυση του Θεόδωρου Γιάνναρου, η συμπεριφορά της πυρκαγιάς ήταν κατά διαστήματα ακραία. Όταν το μέτωπο συναντούσε πυκνή και πλούσια βλάστηση, η ένταση της καύσης αυξανόταν απότομα και σχηματιζόταν συμπαγής επαγωγική στήλη.
Η επαγωγική στήλη δημιουργείται όταν οι μεγάλες ποσότητες θερμότητας και καπνού ανυψώνονται γρήγορα πάνω από τη φωτιά. Η διαδικασία αυτή προκαλεί έντονες ανοδικές κινήσεις του αέρα και μπορεί να επηρεάσει την τοπική διεύθυνση και ταχύτητα των ανέμων, καθιστώντας τη συμπεριφορά του μετώπου περισσότερο απρόβλεπτη.
Σε αυτές τις συνθήκες η πυρκαγιά αποκτά τη δυνατότητα να δημιουργεί δικό της τοπικό μικροπεριβάλλον και να μεταβάλλει απότομα την κατεύθυνσή της. Αυτό δυσκολεύει σημαντικά τόσο τις επίγειες επιχειρήσεις όσο και τις ρίψεις των εναέριων μέσων.
Οι θυελλώδεις άνεμοι, οι οποίοι έφταναν κατά τόπους τα 6 και 7 μποφόρ, προκάλεσαν επιπλέον προβλήματα στα αεροσκάφη και στα ελικόπτερα. Σε αρκετές περιπτώσεις τα πληρώματα δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν με ασφάλεια υδροληψίες ή ρίψεις εξαιτίας των ισχυρών αναταράξεων.
Οι κηλιδώσεις επιτάχυναν την εξάπλωση
Καθοριστικό ρόλο στην ταχύτητα ανάπτυξης της πυρκαγιάς διαδραμάτισαν και οι κηλιδώσεις. Πρόκειται για τη μεταφορά αναμμένων κλαδιών, κουκουναριών και άλλων υλικών από τον άνεμο σε σημεία μπροστά από το κύριο μέτωπο.
Τα αναμμένα υλικά δημιουργούσαν νέες εστίες σε απόσταση από τις φλόγες, με αποτέλεσμα η φωτιά να ξεπερνά φυσικά ή τεχνητά εμπόδια και να εμφανίζεται αιφνιδιαστικά πίσω από τις γραμμές άμυνας των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Το φαινόμενο ήταν ιδιαίτερα έντονο στις περιοχές με πευκοδάσος και ξηρή βλάστηση. Οι νέες εστίες ενώνονταν γρήγορα με το κύριο μέτωπο, αυξάνοντας την περίμετρο και περιορίζοντας τον διαθέσιμο χρόνο αντίδρασης των πυροσβεστών.
Η συνδυασμένη επίδραση των ανέμων, του δύσκολου αναγλύφου, της πυκνής βλάστησης και των κηλιδώσεων εξηγεί πώς η πυρκαγιά κατάφερε να κινηθεί από τη Βοιωτία έως την Αττική και να περάσει ολόκληρη την κορυφογραμμή του Κιθαιρώνα.
Η πρώτη δορυφορική αποτίμηση
Η πρώτη επεξεργασία δορυφορικών δεδομένων από το meteo.gr του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών είχε δείξει ότι έως τις 11:46 το μεσημέρι του Σαββάτου είχαν επηρεαστεί περίπου 66.000 στρέμματα από τις δύο μεγάλες πυρκαγιές της Βοιωτίας και του Πόρτο Γερμενού.
Ειδικότερα, είχαν καταγραφεί περίπου 30.900 στρέμματα στη Βοιωτία και 35.700 στρέμματα στο Πόρτο Γερμενό. Ωστόσο, η συγκεκριμένη αποτύπωση έγινε αρκετές ώρες πριν από τη νέα επέκταση του μετώπου προς την κορυφή του Κιθαιρώνα, τη Βένιζα και την Ψάθα.
Για τον λόγο αυτόν, οι νεότερες εκτιμήσεις ανεβάζουν σημαντικά την έκταση πάνω από την οποία κινήθηκε η φωτιά. Η ακριβής καμένη επιφάνεια θα προκύψει μετά την οριοθέτηση και τη νέα δορυφορική χαρτογράφηση, καθώς μέσα στη συνολική περίμετρο ενδέχεται να υπάρχουν και άκαυτες νησίδες.
Στα όρια παλαιότερων πυρκαγιών
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η φωτιά έφτασε κοντά στις εκτάσεις που είχαν καταστραφεί στον Σχίνο και στα Βίλια το 2021. Ταυτόχρονα, έκαψε περιοχές που βρίσκονταν σε διαδικασία φυσικής αναγέννησης μετά την πυρκαγιά του 2009.
Η επανάληψη των πυρκαγιών στην ίδια γεωγραφική ζώνη σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης των δασικών οικοσυστημάτων. Όταν μια αναγεννημένη δασική έκταση καίγεται ξανά πριν ωριμάσει, αυξάνεται ο κίνδυνος απώλειας της δασικής βλάστησης, διάβρωσης του εδάφους και πλημμυρικών φαινομένων.
Η πυρκαγιά έχει αφήσει πίσω της μεγάλες καμένες εκτάσεις στον Κιθαιρώνα, ενώ ζημιές έχουν καταγραφεί σε κατοικίες στο Πόρτο Γερμενό και στη Βένιζα. Η πλήρης αποτίμηση των καταστροφών σε σπίτια, καλλιέργειες, δασικές εκτάσεις και υποδομές αναμένεται να αρχίσει όταν το επιτρέψει η κατάσταση στο πεδίο.
Αναμονή για τον επίσημο χαρακτηρισμό
Παρά την τεράστια περίμετρο, ο Θεόδωρος Γιάνναρος επισημαίνει ότι ο χαρακτηρισμός «μέγα-πυρκαγιά» πρέπει να δοθεί μόνο μετά την πλήρη οριοθέτηση και την ακριβή καταγραφή της καμένης έκτασης.
Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς άλλο μέγεθος αποτελεί η συνολική περιοχή μέσα από την οποία πέρασε ή την οποία επηρέασε το μέτωπο και άλλο η επιφάνεια που τελικά κάηκε. Μέσα στην περίμετρο μιας μεγάλης πυρκαγιάς μπορεί να παραμένουν τμήματα βλάστησης που δεν καταστράφηκαν.
Σε κάθε περίπτωση, τα έως τώρα δεδομένα κατατάσσουν την πυρκαγιά της Αττικοβοιωτίας μεταξύ των μεγαλύτερων και δυσκολότερων του φετινού καλοκαιριού. Η τελική δορυφορική αποτύπωση θα δείξει εάν ξεπεράστηκε επισήμως το όριο των 100.000 καμένων στρεμμάτων και εάν η φωτιά θα καταγραφεί ως «megafire».
