Οι παρασκηνιακές συνομιλίες ανάμεσα στην Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα φαίνεται πως έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς η βασική διαφωνία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς παραμένει άλυτη. Η Ελλάδα επιμένει στην πλήρη και οριστική επανένωση των Γλυπτών στο Μουσείο της Ακρόπολης, απορρίπτοντας κάθε λύση που θα μπορούσε να αναγνωρίσει βρετανική κυριότητα, ενώ το Βρετανικό Μουσείο αναζητά φόρμουλα επιστροφής χωρίς να εγκαταλείπει τη θέση του ότι τα Γλυπτά ανήκουν στη συλλογή του.

Πιο αναλυτικά

Οι πολυετείς παρασκηνιακές επαφές ανάμεσα στην Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο για τα Γλυπτά του Παρθενώνα φαίνεται πως έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς η βασική διαφωνία των δύο πλευρών παραμένει άλυτη: το ζήτημα της κυριότητας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Telegraph, οι συνομιλίες έχουν ουσιαστικά παγώσει, καθώς η ελληνική πλευρά επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να οδηγεί στην πλήρη, οριστική και μόνιμη επανένωση των Γλυπτών στο Μουσείο της Ακρόπολης, χωρίς όρους που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως αναγνώριση της βρετανικής ιδιοκτησίας.

Από την άλλη πλευρά, το Βρετανικό Μουσείο εμφανίζεται να αναζητά μια φόρμουλα που θα επιτρέπει την επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τη θέση του ότι αποτελούν μέρος της συλλογής του.

Η διαφορά αυτή αποτελεί τον πυρήνα της διαμάχης που κρατά περισσότερο από δύο αιώνες.

Η «κόκκινη γραμμή» της Αθήνας για την κυριότητα

Η Ελλάδα έχει καταστήσει σαφές ότι δεν αποδέχεται μια λύση που θα βασίζεται σε έναν απλό ή μακροχρόνιο δανεισμό των Γλυπτών.

Μια τέτοια επιλογή, σύμφωνα με την ελληνική θέση, θα δημιουργούσε την εντύπωση ότι το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας επί των έργων, κάτι που η Αθήνα απορρίπτει.

Η ελληνική διεκδίκηση βασίζεται στην άποψη ότι τα Γλυπτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα και ότι η απομάκρυνσή τους από τον λόρδο Έλγιν στις αρχές του 19ου αιώνα έγινε υπό συνθήκες που δεν νομιμοποιούν τη μεταβίβαση κυριότητας.

Το Βρετανικό Μουσείο, αντίθετα, υποστηρίζει ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν νόμιμα και επικαλείται την ύπαρξη οθωμανικής άδειας, του λεγόμενου «φιρμανιού», που επέτρεψε στον Έλγιν να αποσπάσει τμήματα του μνημείου.

Η ελληνική πλευρά αμφισβητεί διαχρονικά την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου με τη μορφή επίσημου αυτοκρατορικού διατάγματος, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει παρουσιαστεί το αυθεντικό κείμενο που να τεκμηριώνει την παραχώρηση δικαιώματος αφαίρεσης των γλυπτών.

Η διαφωνία για την «Ταπισερί της Μπαγιέ»

Σύμφωνα με την Telegraph, ένα ακόμη σημείο τριβής αποτέλεσε η αναφορά της διοίκησης του Βρετανικού Μουσείου στην περίπτωση της Ταπισερί της Μπαγιέ.

Το βρετανικό ίδρυμα φέρεται να χρησιμοποίησε το παράδειγμα της συμφωνίας με τη Γαλλία για προσωρινή μεταφορά του ιστορικού έργου ως μοντέλο πιθανής συνεργασίας.

Η ελληνική πλευρά απέρριψε τη σύγκριση, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις. Η Ταπισερί της Μπαγιέ δεν αφορά αμφισβητούμενη ιδιοκτησία ούτε αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου μνημείου που έχει διαχωριστεί σε δύο χώρες.

Αντίθετα, τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν τμήματα του ίδιου αρχιτεκτονικού συνόλου, γεγονός που αποτελεί βασικό επιχείρημα της Αθήνας.

Η Τουρκία και η μάχη των επιχειρημάτων στην UNESCO

Σημαντικό στοιχείο στη διεθνή συζήτηση αποτελεί και η στάση της Τουρκίας στο ζήτημα.

Η Άγκυρα, μέσω της θέσης που εξέφρασε στο πλαίσιο της UNESCO, έχει αμφισβητήσει τη βρετανική επιχειρηματολογία για το φιρμάνι του Έλγιν, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει εντοπιστεί σχετικό έγγραφο στα οθωμανικά αρχεία που να αποδεικνύει την παραχώρηση άδειας για την αφαίρεση των Γλυπτών.

Η συγκεκριμένη τοποθέτηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το βασικό επιχείρημα του Βρετανικού Μουσείου συνδέεται ακριβώς με το οθωμανικό καθεστώς της εποχής.

Η Αθήνα έχει αξιοποιήσει αυτή τη θέση στις διεθνείς της παρεμβάσεις, επισημαίνοντας ότι ακόμη και η χώρα που διαδέχθηκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν έχει επιβεβαιώσει την ύπαρξη του συγκεκριμένου εγγράφου.

Από την αισιοδοξία στο νέο αδιέξοδο

Οι επαφές των τελευταίων ετών είχαν δημιουργήσει την εικόνα ότι Αθήνα και Λονδίνο βρίσκονταν πιο κοντά από ποτέ σε μια συμβιβαστική λύση.

Στο τραπέζι είχαν πέσει διάφορες ιδέες, μεταξύ των οποίων μια «υβριδική» συμφωνία που θα συνδύαζε προσωρινές εκθέσεις, ανταλλαγές αρχαιοτήτων και ειδικές ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ των δύο μουσείων.

Ωστόσο, η βασική διαφωνία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς αποδείχθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο.

Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν είναι απλώς η επιστροφή ορισμένων αρχαιοτήτων, αλλά η αποκατάσταση της ενότητας ενός παγκόσμιας σημασίας μνημείου.

Για το Βρετανικό Μουσείο, αντίθετα, το θέμα συνδέεται με τη διαχείριση μιας από τις σημαντικότερες συλλογές του και με το προηγούμενο που θα μπορούσε να δημιουργηθεί για άλλες διεθνείς διεκδικήσεις.

Η υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα παραμένει έτσι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά και διπλωματικά ζητήματα διεθνώς, με την επόμενη κίνηση να βρίσκεται πλέον στο τραπέζι τόσο της Αθήνας όσο και του Λονδίνου.