Να επανεξεταστούν τα προνόμια για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που συνδέονται με τις σχολικές αθλητικές διακρίσεις ζητά ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Σχολείων, με αφορμή την υπόθεση χειραγώγησης σχολικών αγώνων και την «εικονική» φοίτηση μαθητών-αθλητών.
Με ανακοίνωση που εξέδωσε μετά τις αποκαλύψεις για το basketgate, ο Σύνδεσμος ζητά να διερευνηθούν πλήρως οι καταγγελίες και να αποφευχθεί η συλλογική ενοχοποίηση σχολείων και μαθητών. Παράλληλα, εισηγείται υποτροφίες για τη στήριξη των νέων αθλητών και τη δημιουργία περισσότερων αθλητικών Γυμνασίων και Λυκείων.
Το πλήρες δελτίο Τύπου του Συνδέσμου Ιδιωτικών Σχολείων:
«Ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Σχολείων παρακολουθεί τις καθημερινές εξελίξεις σχετικά με τα φαινόμενα διαφθοράς στον ελληνικό αθλητισμό. Ειδικότερα, οι σοβαρές καταγγελίες για χειραγώγηση σχολικών πρωταθλημάτων προκαλούν βαθύ προβληματισμό σε οποιονδήποτε ασχολείται με την εκπαίδευση.
Εφόσον, φυσικά, αποδειχθούν βάσιμες οι καταγγελίες, πρόκειται για πρακτικές που πλήττουν την αξιοπιστία των αθλητικών θεσμών, υπονομεύουν την ισονομία στην εκπαίδευση και, κυρίως, τραυματίζουν την εμπιστοσύνη των παιδιών στις αξίες που ο αθλητισμός οφείλει να υπηρετεί.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να αφήσουμε τα παιδιά να πιστέψουν, με αφορμή αυτή την υπόθεση, ότι ο σχολικός αθλητισμός είναι ένας χώρος όπου κυριαρχούν η διαφθορά, οι συναλλαγές και οι σκοπιμότητες.
Ο σχολικός αθλητισμός είναι αναπόσπαστο τμήμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και καλλιεργεί την προσπάθεια, τη συνεργασία, τον σεβασμό στους κανόνες, καθώς και τη διαχείριση της νίκης και της ήττας. Συμβάλλει στη διαμόρφωση χαρακτήρα και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την εξασφάλιση προνομίων.
Για τον Σύνδεσμο Ιδιωτικών Σχολείων, είναι αυτονόητο ότι κάθε πρακτική που παραβιάζει τη νομοθεσία είναι απολύτως απαράδεκτη, είτε αφορά κρατικό είτε ιδιωτικό σχολείο. Οι καταγγελίες για χειραγώγηση αγώνων και για “εικονική” φοίτηση μαθητών-αθλητών χρειάζεται να διερευνηθούν πλήρως, με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και χωρίς να ενοχοποιούνται συλλογικά σχολεία ή μαθητές. Όποιος διαθέτει, ωστόσο, συγκεκριμένα στοιχεία για αξιόποινες πράξεις οφείλει να τα καταθέσει στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές. Η δημόσια καταγγελία μπορεί να εξυπηρετεί επικοινωνιακούς σκοπούς, δεν υποκαθιστά όμως τη θεσμική διερεύνηση και την απονομή δικαιοσύνης.
Παράλληλα, ως εκπαιδευτικοί αλλά και ως Πολιτεία, οφείλουμε να εξετάσουμε ποιες συνθήκες διαμορφώνουν κίνητρα για τέτοιου είδους πρακτικές:
– Όταν οι σχολικές αθλητικές διακρίσεις συνδέονται με πρόσθετα μόρια και ειδικά προνόμια για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η επιτυχία στους σχολικούς αγώνες αποκτά δυσανάλογα μεγάλο βάρος. Έτσι, ο αγώνας παύει να λειτουργεί ως εκπαιδευτική εμπειρία και γίνεται ακόμη ένας μηχανισμός ανταγωνισμού για την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο.
– Χρειάζεται να αλλάξει η σύνδεση των αθλητικών διακρίσεων με ειδικά ακαδημαϊκά προνόμια στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η Πολιτεία πρέπει να επιβραβεύει και να στηρίζει τους αθλητές με ουσιαστικές αθλητικές υποτροφίες, οικονομική βοήθεια, υποδομές και εκπαιδευτική υποστήριξη, αντί να αλλοιώνει τα κριτήρια εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση, με εξαίρεση, φυσικά, την εισαγωγή στα ΤΕΦΑΑ.
– Χρειάζεται παράλληλα συνολική επανεξέταση του πλαισίου φοίτησης για τους μαθητές που κάνουν αθλητισμό υψηλών απαιτήσεων. Για να ανταποκρίνονται τόσο στις σπουδές τους όσο και στις προπονήσεις και τις αγωνιστικές υποχρεώσεις, χρειάζονται ουσιαστική υποστήριξη. Απαιτείται σαφές, ευέλικτο και νομικά θωρακισμένο σύστημα φοίτησης, με εξατομικευμένα προγράμματα, αμερόληπτη αξιολόγηση και διαφανείς μηχανισμούς ελέγχου. Προτεραιότητα πρέπει να είναι, επίσης, η δυνατότητα ίδρυσης περισσότερων αθλητικών Γυμνασίων και Λυκείων, ώστε να προσφέρουν αξιόπιστη επιλογή στους νέους αθλητές.
Δεν πρέπει να αναγκάζουμε τους νέους αθλητές να διαλέξουν ανάμεσα στο σχολείο και τον αθλητισμό. Αντίθετα, οφείλουμε να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις για να μπορούν να πετυχαίνουν και στους δύο τομείς.
Τέλος, όσα καταγγέλλονται σήμερα δεν είναι παρά μία εκδήλωση μιας βαθύτερης παθογένειας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις έχουν αναχθεί σε αυτοσκοπό και η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο σε κυρίαρχο κριτήριο εκπαιδευτικής επιτυχίας. Το σύστημα αυτό ασκεί ασφυκτική πίεση στις οικογένειες, στους εκπαιδευτικούς και στα σχολεία, αλλά πάνω απ’ όλα στα ίδια τα παιδιά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σχολική ζωή περιορίζεται: ο αθλητισμός γίνεται μέσο συγκέντρωσης μορίων, οι τέχνες περνούν στο περιθώριο και η δημιουργικότητα και οι δεξιότητες ζωής υποχωρούν μπροστά στην προετοιμασία για τις εξετάσεις. Έτσι δημιουργείται χώρος για στρεβλώσεις και διαφθορά.
Για να αντιμετωπιστεί ουσιαστικά το πρόβλημα στη ρίζα του, δεν αρκούν το «κυνήγι μαγισσών» και η πομπώδης καταστροφολογία στα Μέσα Ενημέρωσης για χάρη εντυπωσιασμού. Χρειάζεται να αλλάξουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που διαρκώς δημιουργεί κίνητρα για υποβάθμιση της εκπαιδευτικής ουσίας».








