Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Τη σημασία της σωστής ερμηνείας της κλίμακας Μποφόρ, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ριπές του ανέμου στην εξέλιξη μιας δασικής πυρκαγιάς, αναλύει σε εκτενές άρθρο του ο Θοδωρής Κολυδάς. Παράλληλα, παρουσιάζει τις δυνατότητες που προσφέρουν τα σύγχρονα μοντέλα εκτίμησης κινδύνου και τις προτάσεις για τη βελτίωση των επιχειρησιακών εργαλείων στην Ελλάδα.

Όπως εξηγεί, η κλίμακα Μποφόρ αποτελεί μια εμπειρική κλίμακα 13 βαθμίδων, από το 0 έως το 12, η οποία συνδέει τη μέση ταχύτητα του ανέμου σε διάστημα δέκα λεπτών με τα φαινόμενα που παρατηρούνται στην ξηρά και τη θάλασσα. Έτσι, όταν γίνεται αναφορά σε άνεμο 6 μποφόρ, πρόκειται για μέση ταχύτητα 39 έως 49 χιλιομέτρων την ώρα και όχι για τις στιγμιαίες ριπές.

Οι ριπές ανέμου, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο, αποτελούν παροδικές αυξήσεις της ταχύτητας που διαρκούν λίγα δευτερόλεπτα και μπορεί να είναι κατά 20% έως και 100% ισχυρότερες από τη μέση τιμή. Το φαινόμενο εμφανίζεται συχνότερα σε ορεινές περιοχές, σε συνθήκες θερμικής αστάθειας, κατά τη διάρκεια μελτεμιών ή σε περιόδους θυελλωδών ανέμων.

Γιατί είναι λανθασμένη η αντιστοίχιση των ριπών με τα μποφόρ

Ο Θοδωρής Κολυδάς επισημαίνει ότι είναι λάθος να χαρακτηρίζεται μια ριπή των 70 χιλιομέτρων την ώρα ως άνεμος 9 μποφόρ, όταν η μέση ταχύτητα του ανέμου είναι 35 χιλιόμετρα την ώρα, δηλαδή περίπου 5 μποφόρ. Όπως αναφέρει, τα μποφόρ καθορίζονται αποκλειστικά από τη μέση ένταση του ανέμου και όχι από τις στιγμιαίες ενισχύσεις.

Μπορεί, όπως σημειώνει, να χρησιμοποιείται ενδεικτικά μια διατύπωση όπως «αναμένονται ριπές αντίστοιχες με 8 μποφόρ», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι ριπές ταυτίζονται με την επίσημη ένταση του ανέμου.

Παράλληλα, διευκρινίζει ότι μια ριπή 80 χιλιομέτρων την ώρα δεν ισοδυναμεί με 8 μποφόρ, καθώς μπορεί να προέρχεται από μέσο άνεμο 7 μποφόρ, δηλαδή περίπου 50 χιλιομέτρων την ώρα. Αντίστοιχα, ένας άνεμος 50 χιλιομέτρων την ώρα συνοδεύεται συχνά από ριπές που κυμαίνονται από 65 έως 90 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ ακόμη και μια ριπή 100 χιλιομέτρων την ώρα δεν συνεπάγεται απαραίτητα άνεμο 10 μποφόρ.

Ο ρόλος των ριπών στην εξάπλωση των πυρκαγιών

Σύμφωνα με τον Θοδωρή Κολυδά, οι ριπές του ανέμου αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επηρεάζουν την επιτάχυνση, την κατεύθυνση και την έκταση μιας δασικής πυρκαγιάς και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στη δυναμική πρόγνωση των δεικτών κινδύνου.

Όπως εξηγεί, οι ριπές λειτουργούν ως φυσικό προσάναμμα της καύσιμης ύλης και συμβάλλουν στην εξάπλωση της φωτιάς με πολλούς τρόπους.

Αρχικά, ενισχύουν τη φλόγα και την καύση, καθώς τροφοδοτούν τη ζώνη καύσης με περισσότερο οξυγόνο, αυξάνοντας τη θερμική ισχύ και παρατείνοντας τη φλόγα προς νέα καύσιμα.

Παράλληλα, επιταχύνουν την αποξήρανση της καύσιμης ύλης. Η έντονη κίνηση του αέρα αφαιρεί την υγρασία από λεπτά καύσιμα, όπως τα χόρτα και οι πευκοβελόνες, μειώνοντας τον χρόνο που απαιτείται για την ανάφλεξή τους.

Επιπλέον, οι ισχυρές ριπές μπορούν να μεταφέρουν καύτρες ή πυρακτωμένα υλικά σε αποστάσεις δεκάδων ή ακόμη και εκατοντάδων μέτρων, προκαλώντας νέες εστίες φωτιάς σε περιοχές που θεωρούνταν ασφαλείς και οδηγώντας σε κατάρρευση των γραμμών άμυνας.

Την ίδια στιγμή, προκαλούν αιφνίδιες αλλαγές στην κατεύθυνση της πυρκαγιάς, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους για τα πληρώματα πυρόσβεσης.

Ο δείκτης FWI και η συμβολή του ανέμου

Στο άρθρο του ο Θοδωρής Κολυδάς αναφέρεται και στον Canadian Fire Weather Index (FWI), ένα σύστημα που χρησιμοποιείται διεθνώς για την εκτίμηση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών.

Ο δείκτης βασίζεται σε καθημερινές μετεωρολογικές παραμέτρους, όπως η θερμοκρασία του αέρα, η σχετική υγρασία, ο άνεμος στα 10 μέτρα και οι βροχοπτώσεις του τελευταίου 24ώρου. Σύμφωνα με τον μετεωρολόγο, ο άνεμος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες, καθώς επιταχύνει την εξάπλωση της φωτιάς, ξηραίνει τα επιφανειακά καύσιμα, ενισχύει τη φλόγα και αυξάνει τον ρυθμό καύσης.

Παράλληλα, η πρακτική εμπειρία έχει δείξει ότι η επίδραση του ανέμου μεταβάλλει ακόμη και τη γεωμετρία μιας πυρκαγιάς, η οποία από κυκλική μορφή μετατρέπεται σε επιμηκυμένη προς την κατεύθυνση πνοής του ανέμου.

Τα πλεονεκτήματα και οι περιορισμοί των μοντέλων

Ο δείκτης πρόβλεψης κινδύνου πυρκαγιάς του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Προγνώσεων Καιρού (ECMWF), ο οποίος βασίζεται στον Canadian Fire Weather Index, παρέχει προγνώσεις έως και δέκα ημερών και ανανεώνεται δύο φορές την ημέρα.

Η χωρική ανάλυση των 8 χιλιομέτρων θεωρείται επαρκής για στρατηγικό σχεδιασμό και για την εκτίμηση του κινδύνου σε περιφερειακό επίπεδο, ωστόσο, σύμφωνα με τον Θοδωρή Κολυδά, οι ιδιαίτερες μορφολογικές και μικροκλιματικές συνθήκες της Ελλάδας περιορίζουν την ακρίβεια των προβλέψεων σε τοπικό επίπεδο.

Σε μια ακτίνα οκτώ χιλιομέτρων μπορεί να συνυπάρχουν παράκτιες περιοχές με υψηλή υγρασία, δασικές εκτάσεις με διαφορετικά μικροκλίματα και ορεινοί όγκοι με σημαντικές διαφοροποιήσεις στην ένταση του ανέμου και στην ξηρότητα της βλάστησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει πιθανότητα υποεκτίμησης ή υπερεκτίμησης του πραγματικού κινδύνου πυρκαγιάς.

Οι προτάσεις για την Ελλάδα

Σύμφωνα με τον Θοδωρή Κολυδά, η χώρα διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία στη διαχείριση των πυρκαγιών και μπορεί να προχωρήσει στη δημιουργία ενός εθνικού συστήματος πρόγνωσης κινδύνου υψηλής ανάλυσης, με αξιοποίηση μοντέλων όπως τα WRF και ICON.

Παράλληλα, προτείνει την ενσωμάτωση δορυφορικών και επίγειων δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ της ΕΜΥ, του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, του Πυροσβεστικού Σώματος και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, καθώς και την ενοποίηση του συστήματος ECMWF-FWI με τις προβλέψεις της Πολιτικής Προστασίας.

Όπως τονίζει, η δημιουργία ενός ημερήσιου χάρτη επικινδυνότητας και μιας διαδραστικής πλατφόρμας για την πρόσβαση των δήμων και των επιχειρησιακών μονάδων θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την πρόληψη και τη διαχείριση των πυρκαγιών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην ανάγκη ενσωμάτωσης των ριπών του ανέμου στους δείκτες κινδύνου, καθώς σε περιοχές όπως η Εύβοια, η Αττική, το Αιγαίο, η Πίνδος, η Ήπειρος και η Κρήτη, οι τοπικές συνθήκες δημιουργούν ισχυρές ριπές που δεν σχετίζονται απαραίτητα με τη μέση ταχύτητα του ανέμου.

Καταλήγοντας, ο μετεωρολόγος υπογραμμίζει ότι η παράβλεψη των ριπών μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνη υποεκτίμηση του πραγματικού κινδύνου πυρκαγιάς, καθώς οι στιγμιαίες ενισχύσεις του ανέμου αυξάνουν τη θερμική ένταση, επιταχύνουν την εξάπλωση της φωτιάς και συμβάλλουν στον πολλαπλασιασμό των εστιών.