Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του dimocracy.gr στην Google

Η Europol προειδοποιεί ότι οι κλοπές από μουσεία στην Ευρώπη γίνονται ολοένα πιο βίαιες και οργανωμένες, με δράστες που χρησιμοποιούν βαριοπούλες, τσεκούρια και εκρηκτικά, ενώ στο στόχαστρο μπαίνουν πλέον κυρίως χρυσός, κοσμήματα και αντικείμενα εύκολης μεταπώλησης. Παράλληλα, εγκληματικές ομάδες στρατολογούν μέλη μέσω social media, σε ένα πιο κατακερματισμένο μοντέλο «crime as a service», γεγονός που καθιστά τα μουσεία πιο ευάλωτα και απειλεί όχι μόνο την αξία των κλοπιμαίων, αλλά και την ίδια την πολιτιστική κληρονομιά.

Πιο αναλυτικά

Αλλάζει δραματικά το προφίλ των κλοπών από μουσεία στην Ευρώπη, με τους δράστες να εγκαταλείπουν σε πολλές περιπτώσεις τη διακριτική δράση του παραδοσιακού κλέφτη έργων τέχνης και να καταφεύγουν σε βαριοπούλες, τσεκούρια, ακόμη και εκρηκτικά. Νέα έκθεση της Europol προειδοποιεί ότι ο χρυσός, τα κοσμήματα και τα αντικείμενα που μπορούν εύκολα να μεταπωληθούν βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο, ενώ εμφανίζονται και ευκαιριακές ομάδες δραστών που στρατολογούνται μέσω social media.

Η εικόνα του αριστοτέχνη κλέφτη που περνά απαρατήρητος από τα συστήματα ασφαλείας ενός μουσείου φαίνεται να δίνει τη θέση της σε κάτι πολύ πιο ωμό.

Στη νέα έκθεσή της με τίτλο «Changing tactics, changing targets: the evolving nature of museum heists», η Europol καταγράφει μια σαφή μετατόπιση τόσο στον τρόπο δράσης όσο και στους στόχους των εγκληματιών που χτυπούν μουσεία και συλλογές πολιτιστικής κληρονομιάς στην Ευρώπη.

Οι δράστες εμφανίζονται περισσότερο επιθετικοί, επιλέγουν αντικείμενα με άμεση εμπορική αξία και σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχουν καν το προφίλ των παραδοσιακών, εξειδικευμένων κυκλωμάτων αρχαιοκαπηλίας.

Από τη «σιωπηλή» κλοπή στις βαριοπούλες και τα εκρηκτικά

Οι κλοπές από μουσεία θεωρούνταν επί χρόνια ένας σχετικά μη βίαιος κλάδος του οργανωμένου εγκλήματος.

Αυτό, σύμφωνα με τη Europol, αλλάζει.

Στις νεότερες υποθέσεις καταγράφεται χρήση βαριοπουλών, τσεκουριών, πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών, είτε για την παραβίαση κτιρίων και προθηκών είτε για τον εκφοβισμό προσωπικού και επισκεπτών.

Η ταχύτητα είναι συχνά βασικό στοιχείο της μεθόδου: οι δράστες μπαίνουν, καταστρέφουν τα φυσικά εμπόδια, αρπάζουν συγκεκριμένους στόχους και επιχειρούν να εξαφανιστούν προτού προλάβουν να αντιδράσουν οι Αρχές.

Δεν τους ενδιαφέρει απαραίτητα πλέον ένα διάσημο έργο ζωγραφικής που θα ήταν σχεδόν αδύνατο να πουληθεί χωρίς να εντοπιστεί.

Προτιμούν αντικείμενα που μπορούν κυριολεκτικά να «εξαφανιστούν».

Γιατί ο χρυσός έχει γίνει ο ιδανικός στόχος

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που εντοπίζει η Europol.

Οι δράστες στρέφονται ολοένα περισσότερο σε χρυσά αντικείμενα, νομίσματα, κοσμήματα, πολύτιμους λίθους και αντικείμενα μεγάλης πολιτιστικής αξίας που έχουν παράλληλα υψηλή αξία ως πρώτη ύλη.

Ο λόγος είναι απλός: ένα μοναδικό έργο τέχνης έχει ταυτότητα. Ο χρυσός, αντίθετα, μπορεί να λιώσει.

Αν ένα ιστορικό χρυσό κόσμημα τεμαχιστεί ή λιώσει, μπορεί να χαθεί ένα μεγάλο μέρος των χαρακτηριστικών που θα επέτρεπαν στις Αρχές να το αναγνωρίσουν. Οι πολύτιμοι λίθοι μπορούν επίσης να αποσπαστούν από το αρχικό κόσμημα και να διοχετευθούν χωριστά στην παράνομη αγορά.

Η έκρηξη της τιμής του χρυσού κάνει το κίνητρο ακόμη ισχυρότερο. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του πολύτιμου μετάλλου έχει αυξηθεί περίπου 85% μέσα σε δύο χρόνια.

Η London Bullion Market Association έχει ήδη προειδοποιήσει ότι όσο ο χρυσός κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αυξάνονται παράλληλα οι κίνδυνοι από τις παράνομες ροές και τις στρεβλώσεις της αγοράς.

Το Λούβρο ως προειδοποίηση για ολόκληρη την Ευρώπη

Μία από τις υποθέσεις που χρησιμοποιεί η Europol για να αποτυπώσει τη νέα πραγματικότητα είναι η θεαματική ληστεία στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι, στις 19 Οκτωβρίου 2025.

Οι δράστες εισέβαλαν στην Galerie d’Apollon, όπου φιλοξενούνται ιστορικά κοσμήματα του γαλλικού Στέμματος, και μέσα σε λίγα λεπτά κατάφεραν να αρπάξουν οκτώ εξαιρετικά πολύτιμα κοσμήματα.

Η συνολική αξία τους υπολογίστηκε περίπου στα 88 εκατ. ευρώ.

Μεταξύ των αντικειμένων που εκλάπησαν ήταν ιστορικά κοσμήματα που συνδέονται με τη βασίλισσα Μαρία Αμαλία, τη βασίλισσα Ορτάνς και την αυτοκράτειρα Ευγενία.

Οι δράστες απείλησαν το προσωπικό χρησιμοποιώντας εργαλεία κοπής και εγκατέλειψαν το μουσείο μέσα σε περίπου έξι έως επτά λεπτά. Η κορώνα της αυτοκράτειρας Ευγενίας έπεσε κατά τη διαφυγή τους και βρέθηκε έξω από το μουσείο, ενώ άλλα κοσμήματα παρέμειναν στα χέρια των ληστών.

Για τη Europol, το συγκεκριμένο χτύπημα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετάβασης σε πιο άμεσες, επιθετικές και προσανατολισμένες στο κέρδος επιθέσεις.

«Crime as a service»: Οι κλέφτες μπορεί να μην γνωρίζονται καν μεταξύ τους

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αλλαγή στο προφίλ των εγκληματικών ομάδων.

Οι παραδοσιακές οργανώσεις που δραστηριοποιούνταν στην παράνομη αγορά τέχνης είχαν συχνά συγκεκριμένη ιεραρχία, εξειδικευμένες γνώσεις, διασυνδέσεις με μεσάζοντες και δίκτυα για τη διοχέτευση των κλοπιμαίων.

Η Europol εντοπίζει πλέον την εμφάνιση πιο χαλαρών και περιστασιακών σχηματισμών, στους οποίους μπορεί να συμμετέχουν εγκληματίες από εντελώς διαφορετικούς χώρους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δράστες στρατολογούνται μέσω social media, εφαρμογών επικοινωνίας και διαδικτυακών δικτύων, στο πλαίσιο αυτού που οι ευρωπαϊκές Αρχές περιγράφουν ως «crime as a service» – «έγκλημα ως υπηρεσία».

Ο άνθρωπος που οργανώνει ή χρηματοδοτεί μια εγκληματική πράξη δεν είναι απαραίτητο να βρίσκεται στον ίδιο τόπο με εκείνον που τη διαπράττει – ούτε καν να τον γνωρίζει προσωπικά.

Ένας ενδιάμεσος μπορεί να στρατολογήσει τον δράστη online, άλλος να εξασφαλίσει το όχημα ή τα εργαλεία και διαφορετικό δίκτυο να αναλάβει στη συνέχεια τη διάθεση των κλοπιμαίων.

Η λογική θυμίζει όλο και περισσότερο κατακερματισμένη «εφοδιαστική αλυσίδα» εγκλήματος.

Η έκρηξη που τίναξε στον αέρα μουσείο στην Ολλανδία

Χαρακτηριστική είναι και η υπόθεση του Drents Museum στο Άσεν της Ολλανδίας.

Τη νύχτα της 24ης προς 25η Ιανουαρίου 2025, οι κλέφτες χρησιμοποίησαν εκρηκτικά για να εισβάλουν στο μουσείο και να αρπάξουν τον περίφημο χρυσό κράνος του Coțofenești, ηλικίας περίπου 2.500 ετών, μαζί με τρία αρχαία δακικά χρυσά βραχιόλια.

Τα αντικείμενα είχαν δοθεί ως δάνειο από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Ρουμανίας.

Μετά από πολύμηνη έρευνα, το κράνος και δύο από τα τρία βραχιόλια ανακτήθηκαν και επέστρεψαν στη Ρουμανία τον Απρίλιο του 2026. Το τρίτο βραχιόλι εξακολουθεί να αγνοείται.

Η υπόθεση περιλαμβάνεται από τη Europol στα χαρακτηριστικά παραδείγματα της νέας τάσης, καθώς συνδυάζει στοχευμένη επιλογή χρυσών αρχαιοτήτων με εξαιρετικά βίαιο τρόπο παραβίασης του μουσείου.

Στο στόχαστρο και οι κινεζικές αρχαιότητες

Δεν είναι όμως μόνο ο χρυσός.

Η Europol καταγράφει αυξανόμενο ενδιαφέρον εγκληματικών κυκλωμάτων για αρχαία κινεζική τέχνη, ιδιαίτερα πορσελάνες και άλλα αντικείμενα που μπορούν να πωληθούν σε αγορές όπου υπάρχει ισχυρή ζήτηση.

Αντικείμενα από γνωστές περιόδους και δυναστείες, όπως η Μινγκ, μπορούν να αποφέρουν εξαιρετικά υψηλά ποσά και παράλληλα διαθέτουν μια διεθνή αγορά συλλεκτών, γεγονός που τα καθιστά ελκυστικούς στόχους.

Αυτό αποκαλύπτει και τη βασική λογική πίσω από τη νέα γενιά κλοπών: οι δράστες δεν επιλέγουν απαραίτητα το πιο διάσημο έκθεμα, αλλά εκείνο που μπορούν ευκολότερα να μετατρέψουν σε χρήμα.

Η νέα πρόκληση για τα ευρωπαϊκά μουσεία

Η έκθεση της Europol λειτουργεί ουσιαστικά ως προειδοποίηση προς τα ευρωπαϊκά μουσεία.

Η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να σχεδιάζεται μόνο με βάση το ενδεχόμενο μιας διακριτικής κλοπής ή μιας παράνομης εξαγωγής αρχαιοτήτων. Πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα μιας γρήγορης και βίαιης εισβολής, με δράστες οι οποίοι ενδέχεται να ενδιαφέρονται περισσότερο για την αξία του μετάλλου και των πολύτιμων λίθων παρά για την ιστορική αξία του αντικειμένου.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη απειλή.

Ένα κλεμμένο αριστούργημα μπορεί κάποτε να εντοπιστεί επειδή είναι μοναδικό και αναγνωρίσιμο. Ένα χρυσό αντικείμενο ηλικίας χιλιάδων ετών, όμως, μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να λιώσει και να πάψει να υπάρχει για πάντα ως έργο πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η Europol προειδοποιεί έτσι ότι οι νέες ληστείες μουσείων δεν απειλούν μόνο περιουσίες εκατομμυρίων ευρώ. Μπορούν να οδηγήσουν στην οριστική καταστροφή αναντικατάστατων κομματιών της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας.